Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Περί Ηθικής (κατά τον Ε.Παπανούτσο)


Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ε.Παπανούτσου “Ο νόμος και η αρετή”


· «Τρεις οι βασικές διαστάσεις του πνευματικού βίου: η θεωρητική, η ηθική και η αισθητική. Η ηθική αναφέρεται στο πράττειν» [σελ. 11]

· «Ηθική φιλοσοφία είναι το φιλοσοφείν που αντικείμενό του έχει τους τρόπους της συμπεριφοράς του ανθρώπου, τις διαθέσεις και τις ενέργειές του στις σοβαρές υποθέσεις της ζωής» [σελ. 18 παρ.2]

· «Την ηθική συνείδηση τη χαρακτηρίζει η προαίρεση. Μπορούμε να την ορίσομε: εκλογή που γίνεται με ώριμη σκέψη και σύμφωνα με κάποιαν αρχή (ιδέα, πρόγραμμα) και ολοκληρώνεται με την έμπρακτη εκτέλεση. Είναι η ψυχή της πράξης. Όπου προαίρεση, εκεί και βούληση. Πράττω (=ενεργώ ηθικά) σημαίνει πράττω κατά καθήκον. Καθήκον είναι ό,τι με επίγνωση της αξίας του αισθάνομαι την υποχρέωση να πράττω με ειλικρίνεια και συνέπεια» [σελ. 24]

· «Η διαφορά μεταξύ του ορέγεσθαι και του βούλεσθαι θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: το ζώο ορέγεται, γιατί υποτάσσεται στους ζωτικούς σκοπούς και εξομοιώνεται με το είδος. Ο άνθρωπος βούλεται, επειδή μπορεί και υπερβαίνει τους ζωτικούς σκοπούς και με τις αποφάσεις του απομονώνεται από τους ομοίους του» [σελ. 39 παρ.2]

· «Φωνάζουν οι παιδαγωγοί μας στους γονείς: “Προσέχετε, μη προσπαθείτε απλώς με τον εθισμό να συνδέουν τα παιδιά συνειρμικά μέσα τους την προσδοκία ενός επιζήμιου αποτελέσματος με την παράσταση μιας απαγορευμένης ενέργειας. Αυτό δεν είναι ηθική αγωγή ανθρώπου, αλλά γύμναση, dressure ζώου”. “Το έκανες αυτό; θα σου τσακίσω τα πόδια” λέει στο άλογο ο θηριοδαμαστής, “άμα δεν το κάνεις, θα σε φιλέψω ζάχαρη”» [σελ. 73 μέση]

· «Για τον προσδιορισμό της αρετής είναι χρήσιμη η έννοια της ηθικής αυτονομίας. Δύσκολα όμως μπορεί κανείς να δώσει το θετικό περιεχόμενό της. Ξέρομε και απαριθμούμε τις περιπτώσεις της ετερονομίας, δηλαδή της δουλείας του ανθρώπου στις ορμές και στα πάθη (φυσικός εξαναγκασμός) ή στις έξεις που σχηματίζονται με την αγωγή (κοινωνικός αυτοματισμός) –όχι και της αυτονομίας, δηλαδή του ηθικού αυτοκαθορισμού. Αυτονομία είναι ένα άλλο όνομα της ελευθερίας νοούμενης και με τις δύο σημασίες της: ελευθερίας απέναντι στη φυσικήν αιτιότητα και ελευθερίας απέναντι στον ηθικό νόμο, που ένας άλλος (εξουσία ή θεσμός) ή και ο ίδιος ο πράττων έχει διατυπώσει. Αυτόνομη επομένως είναι μια ατομική υπόσταση (ένα επώνυμο άτομο), που μπορεί να καθορίζεται από νόμους (όχι μόνο από αιτίες), αλλά και μια ηθικά αυθύπαρκτη προσωπικότητα, αυτεξούσια και αυτοδύναμη, που μπορεί να πράξει το αγαθό αλλά και το κακό. Των “άλλων” και το “δικό της”. Οι στερεότυπες πράξεις δεν μας ανήκουν. Γιατί δεν απορρέουν από την ελευθερία μας. Ηθικές με θετικό χαρακτηρισμό είναι μόνο οι πράξεις οι δικές μας. Εκείνες που όχι μόνο εξαρχής είναι, αλλά και κάθε φορά γίνονται δικές μας. Τότε και η ευθύνη μας είναι πλήρης. Άλλο όμως ελευθερία και άλλο αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτόνομη ονομάζεται η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Η βούληση λοιπόν, που με τη δική της αξιοθεσία και ιεράρχηση των αξιών λύνει τα ηθικά της προβλήματα “με κίνδυνο” και πέρα από κάθε άλλη δέσμευση εκτός από μία: τον αυτοσεβασμό και την αυτοπειθαρχία» [σελ. 82]

· «Η γλώσσα του τυπικού ήθους, η οποία έχει κοινωνική προέλευση και υπηρετεί την κοινωνική σκοπιμότητα, μπορεί να φτάνει ακόμα και σε πολλές λεπτομέρειες. Να μπαίνει βαθιά μέσα στη ζωή μας και να ρυθμίζει πράξεις της ιδιωτικής μας ζωής μεγάλης οικειότητας, γιατί η κοινωνία αγρυπνεί σε όλα. Και όπου δεν έχει προνοήσει το θετό, το γραπτό Δίκαιο με τους κολασμούς του, υπάρχει το άλλο, το άγραφο, το εθιμικό, που παραγγέλλει. Έχει κι αυτό τις κυρώσεις του και τιμωρεί κάποτε σκληρότερα από τα δικαστήρια. Βαρειά ποινή είναι λ.χ. η κοινωνική ανυποληψία. Ελαφρότερες το αποδοκιμαστικό γέλιο, ο σαρκασμός, ο διασυρμός. “Δεν το κάνω αυτό, γιατί θα με περιγελάσουν” ή “γιατί θα δυσφημιστώ, θα χάσω την υπόληψή μου”. Μέσα και τρόποι εθισμού είναι όλα αυτά: η ανατροφή του σπιτιού, η εκπαίδευση του σχολείου, η πειθαρχία και ο κώδικας του επαγγέλματος, ο κοινωνικός παραδειγματισμός, η θέσπιση των κανόνων του Δικαίου και η ίδια η απονομή της δικαιοσύνης. Κοινωνικήν αγωγή ονομάζομε συλλογικά αυτή τη διδασκαλία. Εθίζεται λοιπόν ο άνθρωπος σε μια στερεοτυπία ηθών, η οποία –όπως κάθε στερεοτυπία- τίποτα περισσότερο δεν αποστρέφεται παρά την πρωτοτυπία. Ερχόμαστε στον κόσμο και σιγά – σιγά μπαίνουμε σ’ έναν έτοιμο κώδικα συμπεριφοράς που όχι απλώς τον βάζομε απάνω μας, τον ντυνόμαστε, αλλά τον απορροφούμε με τους πόρους της ψυχής μας και γινόμαστε ένα μ’ αυτόν […] Πάντα μια σκοπιμότητα υπάρχει εδώ και μια κοινωνική ωφέλεια προκύπτει από την τήρηση των τύπων. Αλλά κανείς δεν ψάχνει. Έτσι τους βρήκαμε, έτσι τους παραδίνομε στα παιδιά μας. “Παράδοση”, τους λέμε. Ιδού ο κοινωνικός αυτοματισμός. Αυτή η στερεότυπη Ηθική σιγά –σιγά κάνει τον άνθρωπο ηθικό αυτόματο. Δεν προλαβαίνει ούτε χρειάζεται να σκεφτεί, παρά αμέσως ενεργεί όπως έχει εθιστεί να ενεργεί, σα μια μηχανή που έχει πολύ ωραία κουρδιστεί. Σημειώστε ότι αυτές οι πράξεις, που εθιζόμαστε να τις εκτελούμε μας δίνουν σιγουριά. Κάνοντάς τις έχομε το κεφάλι μας ήσυχο. Και αυτό είναι που τις κάνει εύκολα να διαδίδονται και εύκολα να τηρούνται. Όταν ζεις μέσα σ’αυτή τη στερεοτυπία, είσαι σίγουρος ότι δεν θα σε κακολογήσει κανείς, όλοι θα σε χαιρετούν με σεβασμό, θα σε θεωρούν ευυπόληπτο πρόσωπο, πολίτη φιλόνομο, τίμιο νοικοκύρη, φίλο πιστό. Επειδή όμως και εδώ υπακούομε σε παραγγέλματα που δεν δίνονται από τη δική μας ελεύθερη και αυτόνομη σκέψη, διάθεση και απόφαση, αλλά κάποιος “άλλος”, η “κοινωνία” μας τα επιβάλλει, και εφόσον οι κυρώσεις είναι και εδώ εξωτερικές (η υπακοή επαινείται, αμείβεται, η ανυπακοή αποδοκιμάζεται και τιμωρείται από την “κοινωνία”), βρισκόμαστε, όπως είπαμε, στην περιοχή της ετερονομίας, του ετεροφωτισμού» [σελ. 87-88 παρ.3]

· «Άλλο πράξη από αναγκασμό ή για σκοπιμότητα και άλλο πράξη από λόγους με αξιώσεις, από λόγους με ηθικό βάρος. Στους λόγους αυτούς δεν υπάρχει κανενός είδους ιδιοτέλεια. Ιδιοτέλεια ατομική (υλικό συμφέρον, ικανοποίηση ματαιοδοξίας, απόλαυση της δύναμης κ.τλ. κ.τλ.) ή ιδιοτέλεια συλλογική (ενστιγματική επιδίωξη μιας σκοπιμότητας που ωφελεί το ζωολογικό είδος “άνθρωπος”). Αλλά μια ποιότητα, ένα βάρος ειδικό, που για να το διακρίνουμε από άλλα το λέμε ηθικό. Το βάρος τούτο μπορείς, επαναλαμβάνω, να το βρεις στη ζυγαριά σου μικρό, όμως θα πεις: “Αυτός ο άνθρωπος έκανε ό,τι έκανε με προαίρεση γνήσια αγαθή. Έπραξε όπως έπραξε από μιαν εσωτερική επιταγή, από σεβασμό προς ένα νόμο που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του”. Αυτό λέγεται αυτοκαθορισμός. Καθορισμός από λόγους με αξιώσεις ηθικές, που αναβλύζουν δηλαδή από αυτόθετους, εσωτερικούς στην ηθική βούληση νόμους» [σελ. 91 παρ.2]

· «Πρέπει τις πράξεις μας κάθε φορά να τις κάνομε δικές μας. Γιατί δεν είναι πάντοτε και κατά κανόνα δικές μας. Ελεύθερη βέβαια είναι η πράξη που την έκανα με επίγνωση του χρέους μου, από προαίρεση καθαρή. Κάθε φορά όμως που θα κάνω την ίδια πράξη ή μια παραλλαγή της, πρέπει να ξαναγίνει δική μου. Δεν πρέπει να τυποποιηθεί με τον εθισμό, να πέσει στη στερεοτυπία και να γίνει κάτι το εντελώς μηχανικό, γιατί τότε χάνει την ηθική της γνησιότητα. Ηθικές με θετικό χαρακτηρισμό είναι μόνο οι δικές μου προαιρέσεις και πράξεις. Εκείνες που όχι μόνο εξαρχής είναι, αλλά και πάντοτε μπορούν να γίνουν και γίνονται δικές μου. Τότε ακριβώς η ελευθερία μου και η ευθύνη μου είναι πλήρης» [σελ. 94 παρ.3]

· «Ελευθερία όμως ηθική δεν θα πει αυθαιρεσία. Να μια παρεξήγηση που πρέπει να αποφύγομε. Άλλο ελευθερία και άλλο αναρχία. Επομένως και η ηθική αυτονομία αντιδιαστέλλεται ριζικά και σαφώς προς την αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση. Αυτονομούμενη είναι η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Τέτοια είναι η αυθαίρετη, η αναρχούμενη βούληση. Η αυτονομούμενη βούληση ενεργεί σύμφωνα με την δική της αξιοθεσία, με τη δική της ιεράρχηση των αξιών, πέρα από κάθε δέσμευση. Ενεργεί πέρα από κάθε δέσμευση, εκτός από μία. Όλες τις άλλες δεσμεύσεις μπορεί να τις αγνοήσει. Να τις καταλύσει. Μιαν όμως δέσμευση δεν μπορεί η αυτονομούμενη βούληση να αρνηθεί ή να την αναιρέσει: τον αυτοσεβασμό. Να η διαφορά μεταξύ της αυθαίρετης και της ελεύθερης βούλησης. Η αυθαίρετη βούληση δεν πειθαρχεί πουθενά, δεν σέβεται κανένα νόμο, και κατά τούτο ακριβώς είναι αυθαίρετη ότι δεν πειθαρχεί στον εαυτό της. Δεν έχει καμιά δυσκολία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ή να μη σας δώσει κανένα λόγο. “Έκανα άλλοτε έτσι, αυτό τώρα το κάνω αλλιώς”. Γιατί; “Γιατί έτσι θέλω”. Ούτε αυτοσεβασμός, ούτε αυτοπειθαρχία. Ελευθερία όμως δεν θα πει να ενεργείς από καπρίτσιο ή αυθαίρετα. Ελευθερία θα πει να ενεργείς από σεβασμό προς ένα νόμο που έχεις δώσει ο ίδιος στον εαυτό σου και να αισθάνεσαι την υποχρέωση πρώτος εσύ να τον τηρήσεις. Όχι κατά σύμπτωση. Όχι κατ’ εξαίρεση. Αλλά ως σταθερό και αμετακίνητο κανόνα βίου. Γι’ αυτό λέμε: ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που δεν δεσμεύεται από τίποτα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της. Να σέβεται τον εαυτό τηςκαι να πειθαρχεί σ’ αυτόν είναι η αρχή της» [σελ. 95-96]

· «Αν τύχει όμως και καβαλικεύεις ένα δύσκολο άλογο, αν τύχει κι έχεις μιαν ιδιοσυγκρασία ηφαιστειώδη, ή εάν τύχει και βρεθείς σε περιστάσεις ζωής περίπλοκες, μπροστά σε προβλήματα μεγάλα, τότε θα πληρώσεις ακριβά για την ελευθερία σου. Αλλά και εκείνη θα αξίζει πολύ. Σας διαβάζω μιαν ωραία περικοπή του Καζαντζάκη που είναι πολύ διαφωτιστική. Στο δράμα του “Σόδομα και Γόμορα” βάζει το Λωτ να μιλεί στον Αβραάμ και να λέγει: “Λωτ: Πού να με νιώσεις, γερο Αβραάμ; Είσαι αγνός εσύ, υπάκουος, λες “ναι” και κολνούν τα χείλια σου. Δεν έχεις άγρια καρδιά να παλεύεις μαζί της. Η ψυχή σου κι η καρδιά σου δυό μερωμένες καμήλες, ζεμένες, και σε πάνε ίσια γραμμή στο Θεό… Κοιτάς τα άστρα και λες: Τόσα τ’ αγγόνια μου και τα δισέγγονα. Εγώ κοιτάζω τ’ άστρα και λέω: Τόσα τα κρίματά μου! Η αρετή μου δεν είναι εμένα περιβόλι να σεργιανίζω το δειλινό και να κουβεντιάζω με το Θεό. Είναι γκρεμός και γκρεμίζομαι. Όλη μέρα παίζω την ψυχή μου και τη χάνω”. Νομίζω ότι η περικοπή αυτή λέγει πολύ σοφώτερα και με την ωραία γλώσσα της ποίησης πολύ ωραιότερα πράγματα απ’ όσα σας είπα πριν. Η ελευθερία βαθμολογείται με τη δύναμη που έχουν τα δεσμά μας. Όσο πιο βαθιά και πιο βαριά είναι τα δεσμά σου, τόσο και η ελευθερία σου θα έχει μεγαλύτερο αξιολογικό συντελεστή, όταν τα σπάσεις. Η ελευθερία είναιο προϊόν πάλης. Δεν είναι εύκολη υπόθεση. Θα παλέψεις. Και θα παλέψεις πώς; Όπως παλεύουν οι αντρειωμένοι. Θα παίξεις και ή θα χάσεις ή θα κερδίσεις τη ζωή σου. Να γιατί όσο ευπρεπείς και αν είναι εξωτερικά οι πράξεις μας, όσο συμμορφωμένες και αν είναι σε “υψηλούς” κανόνες, σπάνια είναι γνήσιες και ενάρετες. Η αρετή δεν είναι νόμσιμα που κυκλοφορεί. Είναι ένα σπάνιο μαργαριτάρι. Ό,τι κυκλοφορεί είναι οι ετερόνομες πράξεις, οι πράξεις από εθισμό, οι πράξεις από συμπάθεια, οι πράξεις από σκοπιμότητα, οι πράξεις από φιλόνομη διάθεση υπακοής και ευσχημοσύνης. Όλες αυτές οι πράξεις δεν κοστίζουν πολύ, αλλά αμείβονται καλά. Δεν είναι τέτοια η αρετή. Η αρετή είναι κίνδυνος. Κίνδυνος φοβερός, θανάσιμος, έσχατος. Και κερδίζεται τότε ακριβώς, όταν όλα φαίνονται χαμένα. Σε λίγες λοιπόν, παραπολύ λίγες περιστάσεις της ζωής ο άνθρωπος φτάνει στην αρετή. Τότε που νικάει τα δεσμά του και ελευθερώνεται. Οι κοινές πράξεις είναι βολικές και γίνονται χωρίς κινδύνους, με το “αζημίωτο”. Δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις, δεν σου ζητούν αιματηρές θυσίες. Είσαι ένας πολίτης φιλόνομος; Καλός οικογενειάρχης; Ευλαβής πιστός που πας ταχτικά στην εκκλησία σου; Όλες οι πράξεις αυτές είναι πολύ απλές και “επικερδείς”. Για να τις κάνεις, δεν χρειάζεται να σκεφτείς πολύ, ούτε να πονέσεις. Δεν κινδυνεύεις με την απόφαση που παίρνεις. Αλλά όπου δεν υπάρχει κίνδυνος, εκεί, όπως η προσπάθεια είναι μικρή, έτσι και το τίμημά της, η αμοιβή της, είναι ασήμαντη» [σελ. 96 μέση – 97 μέση]

· «Η αρετή […] δεν είναι θέμα φιλοσοφικών δοκιμίων. Άδικα θα ψάξετε στα βιβλία των φιλοσόφων, δεν θα τη βρείτε εκεί. Θα τη βρείτε μονάχα εκεί που πραγματικά αποκαλύπτεται: στην ποίηση της ζωής και στην ποίηση του θεάτρου. Στην τραγωδία. Εκεί μόνο υπάρχει η αρετή του είδους που παρουσιάζω εδώ. Γιατί εκεί ο άνθρωπος παλεύει στήθος προς στήθος με τη μοίρα του και κατακτά την ελευθερία και θριαμβεύει, ή χάνει την ελευθερία και καταισχύνεται» [σελ. 99 μέση]

· «Θετικά ηθική, δηλαδή ενάρετη, είναι πάντοτε μια σπάνια, προνομιακή και απαιτητική πράξη. Σπάνια –επειδή πλείστες είναι οι ηθικοφανείς και πολύ λιγοστές οι αυθεντικά ενάρετες πράξεις. Προνομιακή –όχι μόνο γιατί δίνεται σε πολύ λίγους ανθρώπους ως προνόμιο ζωής, αλλά και γιατί μέσα στους ίδιου ανθρώπου το βίο οι ηθικά θετικές πράξεις είναι ελάχιστες. Κάποτε και μία μονάχα. Και απαιτητική –γιατί θέτει πολλές και δύσκολα ικανοποιούμενες αξιώσεις» [σελ. 101]

· «Από την ηθική του αποτελέσματος στην ηθική της πρόθεσης πέρασε η ανθρώπινη συνείδηση ύστερ’ από μια βαθειά και συνταραχτική εσωτερική μεταβολή. Μέτρο της αρετής γίνεται τώρα όχι ένα εξωτερικό γεγονός, που δεν μπορεί να είναι ποτέ εντελώς δικό μας (το αποτέλεσμα), αλλά ένα εσωτερικό μέγεθος που είναι ολόκληρος και ο ίδιος ο εαυτός μας (δηλαδή η πρόθεση). Αλλά πρόθεση σημαίνει: α)Ολοκληρωμένο το “κύκλωμα” που αρχίζει από την προαίρεση και απολήγει στην εκτέλεση (αλλά επιστρέφει διαρκώς στην αφετηρία του με το προγραμματισμό των λεπτομερειών και την επιλογή των μέσων), και β) Μια σειρά από συνεχόμενες και αλληλοσυμπληρωνόμενες ποιότητες της ηθικής πράξης, από τις οποίες κυριώτερες είναι: η επίγνωση, η ειλικρίνεια και η συνέπεια» [σελ. 101]

· «Η αρετή ως πόθος και βεβαίωση ελευθερίας είναι μια νίκη. Ανθίζει λοιπόν μέσα στο κλίμα της πάλης και, παρά τις αιματηρές θυσίες που επιβάλλει, είναι η ίδια η ευτυχία –με το νόημα ότι όχι απλώς οδηγεί στην ευτυχία, αλλά και απορρέει από την ευτυχία. Αφού θριαμβεύει, ο ηθικός άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από άλλην αμοιβή» [σελ. 101]

· «Ας μη μιλούμε για ηθική πρόοδο μέσα στην κοίτη της ιστορίας, αλλά για διαρκή και εναγώνια “κατάκτηση του νοήματος της αρετής” από τη θεωρία και την πράξη, που γίνεται με αλλεπάλληλες νίκες και ήττες, χωρίς ο αγώνας όχι απλώς να έχει αλλά και να μπορεί να πάρει τέλος» [σελ. 101]

· «Είναι σπάνια και προνομιακή η θετικά ηθική πράξη, επειδή μπορεί να περάσει ο βίος του ανθρώπου μέσα στην ευκολία, μέσα στη βολικότητα, μέσα σε ό,τι ονομάζουμε εύκρατο κλίμα της ζωής και τότε αυτό που λέγεται “αρετή”, το άνθισμα της ζωής δεν παρουσιάζεται. Εδώ έχομε, ας πούμε, τη φτηνή ευδαιμονία της καθημερινότητας. Τον αυτοματισμό τον κοινωνικό με όλες τις ανέσεις του. Εδώ ανήκει ο μεγάλος αριθμός των πράξεων που κάνουν ώστε αυτό το σπάνιο λουλούδι, η γνήσια αρετή, να μη μπορεί να φυτρώσει και ν’ανθίσει. Για να βλαστήσει χρειάζεται κλίμα ειδικό. Το “κλίμα” της πάλης, του αγώνα» [σελ. 102-103]

· «Μια πρόθεση που δεν έχει εκτελεσθεί, είναι ηθικά λειψή. Λέμε: “Είσαι άνθρωπος αγαθών προθέσεων”. Εάν όμως σταματάς έως εκεί, πάλι δεν είσαι ολόκληρος και αυθεντικά ηθικός άνθρωπος. Πολλοί είναι οι άνθρωποι των αγαθών προθέσεων, αλλά δεν είναι και όλοι άνθρωποι των αγαθών πράξεων. Για να γίνει αυτό το δεύτερο, πρέπει η πρόθεση να πληρωθεί, η διαδικασία να ολοκληρωθεί και να βρει την απόληξή της στην ενέργεια, να πραγματοποιηθεί η προαίρεση και να γίνει έργο. Λένε μερικοί: “Μα τι σημασία έχει που δεν έγινε έργο; Μπορεί να ήσαν τα εξωτερικά προσκόμματα τόσο πολλά και τόσο ανυπέρβλητα, ώστε επιτέλους η αγαθή βούληση αναγκάστηκε να παραιτηθεί”. Τούτο είναι μια εξήγηση, δεν είναι δικαιολογία. Βεβαίως θα υπάρξουν τα εμπόδια. Κάποτε μάλιστα τα εσωτερικά εμπόδια είναι περισσότερα και μεγαλύτερα από τα εξωτερικά. Εξάλλου η Ψυχολογία μας έδειξε σήμερα ότι τα εξωτερικά εμπόδια παίρνουν το μέγεθος και την περιπλοκή τους από τις εσωτερικές αντιστάσεις που ξυπνούν. Βέβαια λοιπόν θα υπάρξουν εμπόδια. Αλλά αθλητής δεν είναι εκείνος που έχει την όρεξη ή τη φιλοδοξία να πηδήσει. Είναι εκείνος που πήδηξε. Νικάει όχι εκείνος που προγραμμάτισε και κατάστρωσε τελικά ένα σχέδιο, αλλά αυτός που εκτελεί αυτό το σχέδιο και φτάνει εκεί που λογάριασε. Λοιπόν δεν πρέπει η πρόθεση να νομίζεται ότι αποτελεί τη μόνη και πλήρη εσωτερική δικαίωση της πράξης. Δεν αρκεί. Η πρόθεση πρέπει να βρει την ολοκλήρωσή της. Και ολοκληρωμένη είναι η πράξη όχι μόνο με την αρχή, αλλά και με την απόληξή της» [σελ. 111-112]

· «Το “γίνου κύριος της αρετής σου” το έχουν κηρύξει όλοι οι μεγάλοι ηθικοί αναμορφωτές. Από τον Βούδα έως τον Χριστό και από τον Σωκράτη έως τον Nietzsche όλοι αυτό το παράγγελμα δίνουν: “Γίνου κύριος της αρετής σου”. Πάψε να είσαι δούλος της αρετής. Δούλος της αρετής θα πει “τηρητής της αρετής των άλλων”. Τηρητής κανόνων που πνίγουν, δεν εκφράζουν την αρετή. Αυτό το διατύπωσε ωραία ο Χριστός, όταν είπε: “Δεν έγινε ο άνθρωπος για το Σάββατο, αλλά το Σάββατο για τον άνθρωπο”. Τo “Σάββατο” είναι ο τύπος, η στερεοτυπία, ο κανόνας που δεσμεύει απ’ έξω, ενώ ο άνθρωπος είναι το ελεύθερο και υπεύθυνο ον που σηκώνει επάνω του την ελευθερία και την ευθύνη του» [σελ. 128 παρ.1]

· «Δεν μπορούμε να πούμε για ένα έργο ηθικό ότι έχει σχετική γνησιότητα. Τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει. Το “σχετική” ως προσδιορισμός δεν χωρεί εδώ. Ή είναι γνήσιο και αυθεντικό ένα έργο ή δεν είναι. Οι ηθικοί άνθρωποι είναι άτεγκτοι απέναντι στους άλλους, γιατί είναι αμείλικτοι και απέναντι στον εαυτό τους. Καμιά υποχώρηση. Κανένας συμβιβασμός. Δεν ενδίδουν ποτέ στην ανθρώπινη αδυναμία. “Σε σκανδαλίζει ο οφθαλμός σου; Έκβαλε αυτόν”. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Όχι απλώς φόρεσε γυαλιά. Βγάλε το μάτι σου… Η αδιαλλαξία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ηθικής συνείδησης» [σελ. 129 μέση]

· «Τρεις είναι οι κύριες μορφές της ηθικής ζωής: το Έθιμο, το Δίκαιο, το Ήθος. Το Έθιμο προσγράφει καθήκοντα. Το Δίκαιο ασφαλίζει δικαιώματα. Το Ήθος καταργεί και τα καθήκοντα και τα δικαιώματα ως σκοπιμότητες ή συμφέροντα και τα επιβάλλει ως αξιώσεις της ευθύνης και δρόμους της ελευθερίας. Ήθος= ηθικό φρόνημα, βούληση που προαιρείται και εκτελεί, με επίγνωση σύμφωνα με ένα πάγιο πρόγραμμα ζωής ή σύστημα αξιών» [σελ. 169]

· «Παραπολλοί άνθρωποι αναλίσκονται εντελώς μέσα σ’αυτούς τους δύο τύπους ζωής. Μέσα στο εθιμικό και στο καθεστώς του Δικαίου. Δεν πάνε παραπέρα. Δεν ωριμάζουν περισσότερο. Δεν ανηφορίζουν παραπάνω σ’αυτό που ονομάζομε “Ήθος” ή “ηθικό φρόνημα”. Μερικοί όμως ανηφορίζουν έως εκεί ψηλά. Αποκτούν επίγνωση του ηθικού χρέους, στους ώμους τους βαραίνει η προσωπική ευθύνη, διαμορφώνουν τη ζωή τους με μιαν αντίληψη προσωπική και υπερπροσωπική, δεσμευτική και ελεύθερη, και αυτοί πλέον ζουν με την προαίρεση και την πράξη τους αυτό που ονομάζομε ηθικό φρόνημα. Έχουν φτάσει πλέον στην περιοχή του “Ήθους”» [σελ. 174 παρ.3]

· « “Ήθος” λοιπόν (για να έχετε έναν απλό και σύντομο ορισμό) έχει μια βούληση που προαιρείται και πράττει με επίγνωση του χρέους, συναίσθηση ευθύνης και σύμφωνα με ένα πάγιο πρόγραμμα ζωής, ένα σύστημα αξιών, και όταν η βούληση προαιρείται και πράττει σύμφωνα με αυτό με συνέπεια, με ειλικρίνεια, λέμε ότι αυτή η βούληση έχει πλέον φθάσει στην περιοχή του “Ήθους”, του ηθικού φρονήματος» [σελ. 174 παρ. τελ.]

· «Το ηθικό κενό δεν είναι η ανηθικότητα, η immoralite, όπως ίσως φαντάζεστε. Το ηθικό κενό είναι η amoralite! Ανάμεσα στην immoralite και στην amoralite υπάρχει μια βαθύτατη διαφορά και θα σας παρακαλέσω να με προσέξετε για να την καταλάβετε. Moralite και immoralite, θα έλεγε ο λογικός, είναι αντίθετες έννοιες. Και η Λογική διδάσκει ότι οι αντίθετες έννοιες μπορούν με κάποιες αμοιβαίους περιορισμούς να συνυπάρξουν. Αν ποσοτικά περιοριστούν, στενέψουν οι έννοιες αυτές, συναληθεύουν. Moralite όμως και amoralite αποτελούν αντίφαση, όχι αντίθεση. Και οι αντιφατικές έννοιες δεν είναι δυνατόν να συναληθεύουν ούτε να συμψεύδονται. Αυτό σημαίνει, για ν’ αφήσουμε τα λογικά σχήματα και να δούμε το πράγμα στην ουσία του, το εξής: Ο αμαρτωλός μπορεί να συνυπάρξει με τον ηθικό άνθρωπο, αφού και την ώρα που πέφτει στο αμάρτημα διατηρεί μέσα του ένα μεγάλο θησαυρό, τη δυνατότητα να μεταμεληθεί, να βασανιστεί από την τύψη. Η μεταμέλεια είναι γεφυρα, ο ενωτικός δεσμός που δένει τον αμαρτωλό με τον ενάρετο άνθρωπο. Δεν είναι μακριά ο ένας από τον άλλο όσο φαντάζεστε. Όταν μεταμελείται ο αμαρτωλός, όταν εκείνος που έκανε το κακό ξέρει ότι έπραξε κάτι το αποτρόπαιο και υποφέρει και πονάει γι’ αυτό, βρίσκεται πολύ κοντά στον ενάρετο άνθρωπο. Είναι στην ίδια φάλαγγα μαζί του. Απλώς σ’ αυτό τον αγώνα το δεινό, ο ένας αξιώθηκε να νικήσει και ο άλλος ατύχησε και ηττήθηκε. Όπως με την έκτιση της ποινής (μέσα στην περιοχή του Δικαίου) ο κακοποιός ξαναβρίσκει τρόπο να αποκατασταθεί κοινωνικά, να διαλλαγεί με την κοινωνία που τον καταδίκασε και τον απομάκρυνε από κοντά της, έτσι και η μεταμέλεια, η τύψη, γίνεται γέφυρα που ξαναφέρνει τον άνθρωπο που ξέπεσε στο χορό των ενάρετων ανθρώπων που τους είχε εγκαταλείψε. Όλες όμως αυτές οι λεπτές αποχρώσεις δεν υπάρχουν για τον τύπο τον amoral. (Δεν έχομε δυστυχώς στη γλώσσα μας αντίστοιχο όρο, γιατί το στερητικό άλφα, το ελληνικό, αν το βάλομε μπροστά, θα κάνομε τον “ανήθικο”, όχι τον amoral). Ο amoral δεν έχει καμιάν ευκαιρία να συνδιαλλαγεί. Απλούστατα, γιατί δεν την θέλει. Αυτός δεν παραδέχεται χρέος. Δεν έχει επίγνωση καθήκοντος. Δεν αναγνωρίζει αρχές, και επομένως, όταν τις παραβαίνει, δεν έχει το αίσθημα της ενοχής. Δεν έχει τύψεις. Δεν μεταμελείται. Είναι ο άνθρωπος που έχει πάθει κάτι χειρότερο από το πέσιμο το ηθικό: την αδιαφορία την ηθική. Είναι αδιάφορος. Και επειδή είναι αδιάφορος, σαρκάζει, ειρωνεύεται, είναι κυνικός» [σελ. 178 παρ.2 ως 179 παρ.2]

· «[…] παρουσιάζεται το φαινόμενο της amoralite με χαρακτηριστικό σημάδι: ένα οξύ, κοφτερό μυαλό. Ο τύπος amoral μπορεί να είναι ένας κατ’ εξοχήν θεωρητικός άνθρωπος, ένας νους θεωρητικός οξύτατος. Αλλά το νυστέρι εδώ δεν αναλύει απλώς. Σκοτώνει. Δεν ανατέμνει για να γνωρίσει. Κόβει για να διαλύσει. Εκεί φτάνει ο άνθρωπος όταν η συνείδησή του χάσει τις τρεις πολύτιμες πηγές από τις οποίες η ηθική βούληση αντλεί τη δύναμη κα την αλκή της. 1)Όταν χάσει την πίστη σ’ένα σκοπό ζωής. 2)Όταν χάσει την αγάπη για τους ανθρώπους, και 3)Όταν χάσει την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο του κόσμου ολόκληρου. Όταν πάψεις να πιστεύεις ότι η ζωή και η ύπαρξη έχει ένα σκοπό, όταν δεν αγαπάς τον άνθρωπο, τον συνάνθρωπό σου και όταν δεν ελπίζεις σ’ένα καλύτερο αύριο –τότε ο ίδιος κόβεις από τις ρίζες της την ανθρωπιά σου. Αν προσέξετε, οι τρεις αυτές φλέβες είναι και οι πηγές της θρησκευτικότητας. Γιατί η “πίστη”, η “αγάπη” και η “ελπίδα”, όχι μόνο στη δική μας θρησκεία αλλά και σε άλλες ακόμη πανάρχαιες θρησκείες, συμβολικά παρουσιάζονται πάντοτε σαν θεμέλια της θρησκευτικότητας. Ακριβώς. Γιατί είναι και οι ρίζες της ανθρωπιάς. Εκείνος που δεν τις έχει, είναι σαν να’χει κοπεί από το βάθρο το ανθρώπινο. Και πράγματι οι τύποι οι amoraux είναι απάνθρωπα τέρατα…» [σελ. 180 β’ μισό]

· «Όπως έχουν κηρύξει όλες οι θρησκείες και οι φιλοσοφικές σχολές του πολιτισμένου κόσμου, αν έχει αξία η αρετή, είναι επειδή κερδίζεται με σκληρόν αγώνα. Αγώνα που γίνεται για να δαμάσομε τον εαυτό μας –κόβοντας σαν τον Ηρακλή του μύθου ένα-ένα τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας που φωλιάζει μέσα μας. Από “πολλοί” που γεννηθήκαμε κι ανατραφήκαμε, να γίνομε “ένας” με το φρόνημα και την πράξη –είναι το καθαυτό ηθικό έργο. Οι περισσότεροι σ’αυτό τον αγώνα πέφτουν, αλίμονο!, θανάσιμα λαβωμένοι. Αλλά για τούτο ίσα –ίσα βραβεύεται ο νικητής» [σελ. 205 τέλος]

· «Σήμερα το κύριο ηθικό πρόβλημα έχει πολιτικό περιεχόμενο, και στους ανθρώπους τους προικισμένους με ανεπτυγμένην ηθική ευαισθησία προυσιάζεται με τη μορφή των εξής αποριών: -΄Όταν το Κράτος που το θεωρείς οικείο και το υπηρετείς, αδικεί είτε τους πολίτες του είτε μιαν άλλη χώρα, μπορείς, όσο έντιμος κι αν είσαι στις συναλλαγές σου, φιλότιμος και πιστός τηρητής των ηθικών κανόνων στην ιδιωτική σου ζωή, να πιστέψεις τον εαυτό σου δίκαιο; -Είσαι πραγματικά ανεύθυνος για ό,τι πράττει η πολιτική κοινότητα, στην οποία ανήκεις, με τα όργανα που “θέσει” εκφράζουν τη βούλησή της; -Επιτρέπεται να πεις: “Άλλοι θ’αποφασίσουν τι πρέπει να πράξει το συλλογικό σώμα. Εκείνοι που έχουν αναδειχτεί αρμόδιοι με την κοινή συγκατάθεση ή με τη δύναμη των πραγμάτων. Εγώ θα περιοριστώ στα έργα μου. Απ’ αυτά θα κριθώ”; -Είναι θεμιτή η δικαιολογία: “Αφού είμαι ανήμπορος να αλλάξω τη ροή των γεγονότων, μόνο ζημιά θα κάνω αν με τις καταγγελίες μου μειώσω το γόητρο της χώρας μου και τη διασύρω στα μάτια των εχθρών της”; -Χρέος σου είναι να βάζεις την πατρίδα πάνω από την ανθρωπότητα; Το πρόβλημα, με λίγα λόγια, είναι: Μπορεί να είναι δίκαιος ο πολίτης μιας άδικης πολιτείας;» [σελ. 267 όλη]


…Ένα εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μου, βιβλίο, από έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Βρείτε το, αγοράστε το, διαβάστε το!....


Δεν υπάρχουν σχόλια: