Τετάρτη, 2 Ιουνίου 2010

Αποσπάσματα από το βιβλίο των Victor Davis Hanson & John Heath “Ποιός σκότωσε τον Όμηρο;”»


Το γράφω, για άλλη μια φορά, όπως έχω κάνει όποτε παραθέτω αποσπάσματα από κάποια βιβλία: Μην αρκείστε στα σύντομα αποσπάσματα που εγώ επέλεξα και παραθέτω ως… “ορεκτικό”, για να ανοίξει η όρεξη στους αναγνώστες!... Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για το συγκεκριμένο βιβλίο, ένα από τα (ας μου επιτραπεί!) ιδιαιτέρως αγαπημένα μου। Αναζητείστε το, λοιπόν (έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις “Κάκτος”, σε μετάφραση Ρένας Καρακατσάνη), προμηθευτείτε το και διαβάστε το!


“Ο θάνατος των Κλασικών Σπουδών σημαίνει πολύ περισσότερα από την αναπόφευκτη ενδόρρηξη ενός παραδοσιακού ακαδημαϊκού τομέα, πολύ περισσότερα απ’ ό,τι η εξαφάνιση ενός ακόμα βιβλιόσαυρου εδώ κι εκεί. Εδώ δεν μιλάμε για τον θάνατο των Σπουδών Ελεύθερου Χρόνου, Χειρισμού Ψυχαγωγίας ή Εκπαιδευτικής Φιλοσοφίας. Γιατί άρρηκτα δεμένα με αυτή τη βυθιζόμενη γραφειοκρατία που ονομάζεται Κλασικές Σπουδές, είναι οι ιδέες, οι αξίες, το όραμα της κλασικής Ελλάδας και της Ρώμης –ο ‘Όμηρός’ μας. Πρόκειται για τις ιδέες και τις αξίες που έχουν διαμορφώσει και εξευγενίσει ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό, ένα όραμα ζωής που –τι ειρωνεία!- δέχεται και μεγαλύτερη επίθεση εδώ στη Δύση, καθώς η μεταλλαγμένη μορφή του κάνει μετάσταση από τη μιαν άκρη της υδρογείου μέχρι την άλλη. Οι κλασικιστές αισθάνονται ότι η Δύση τους καταρρέει, ακριβώς τη στιγμή που τα άλλα δισεκατομμύρια ανθρώπων στην υφήλιο θα προσέβλεπαν σ' αυτούς για να την καταλάβουν. Εξετάζοντας το ποιος σκότωσε τον Όμηρο, ελπίζουμε να καταδείξουμε ότι η άγνοια γύρω από την ελληνική σοφία πρέπει να είναι ζωτικού ενδιαφέροντος, όχι επειδή η Δύση πεθαίνει, αλλά επειδή, αντίθετα, οι θεσμοί και ο υλικός πολιτισμός της κατακλύζουν πλέον τον κόσμο. Η ελεύθερη αγορά, η δημοκρατία, η στρατιωτική δυναμοκρατία, η τεχνολογία, η ελευθερία λόγου και η ατομικότητα, καλώς ή κακώς, είναι ό,τι επιθυμούν οι περισσότεροι σε τούτη τη γη. Όλα αυτά όμως άρχισαν με τους Έλληνες και μόνο με τους Έλληνες. Ωστόσο, είναι ανόητο και επικίνδυνο να ενστερνιστεί κανείς αυτές τις συμβάσεις της Δύσης, χωρίς να κατανοήσει ότι όλο αυτό το δυναμικό έπρεπε να παρακολουθείται και να περιορίζεται από πλήθος ολόκληρο πολιτιστικών πρωτοκόλλων, που ποίκιλαν από την ευθύνη του πολίτη, τη φιλανθρωπία και την έννοια της κοινότητας μέχρι μια κοσμοθεωρία που είναι μάλλον απόλυτη και τραγική -όχι σχετική, όχι θεραπευτική, όχι γλυκιά. Η απώλεια της ελληνικής σοφίας, ακόμη και τη στιγμή που η υλική κληρονομιά της σαρώνει τον πλανήτη, αποτελεί τραγική εξέλιξη είναι μια ιστορία διαφθοράς γεμάτη ειρωνεία. Οι Έλληνες μας έδωσαν τα εργαλεία να βελτιώσουμε τον υλικό κόσμο, αλλά και το κουράγιο και την ενόραση να παρακολουθούμε στενά και να κριτικάρουμε αυτό τον συχνά τρομακτικό δυναμισμό. Εμείς ενστερνιστήκαμε τα πρώτα, αλλά αγνοήσαμε τα δεύτερα. Οι Κλασικές Σπουδές, η δεξαμενή και των δύο ελληνικών παραδόσεων, τάχθηκαν υπέρ της πρώτης και αγνόησαν τη δεύτερη, κι έτσι έγιναν υλιστικές και καριερίστικες, αλλά όχι πια ελληνικές” [σελ. 20-21 όλη]

“Η βαθιά γνώση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αποτέλεσε τη βάση του εκπολιτισμoύ για τους ίδιους τους Έλληνες -ο Όμηρος ήταν η Ελλάδος παίδευσις, η πoίηση του “το Βιβλίο”. Στην αρχαία Ελλάδα όμως δεν υπήρξαν ποτέ ιερές αγελάδες ή ιερά κείμενα. Η πρώτη ισχυρή πρόκληση στο oμηρικό πρωτείο ήρθε τέσσερις αιώνες αργότερα από τον φιλόσοφο Πλάτωνα που εξέβαλε τη μελέτη του Oμληρoυ και των τραγωδών από την ιδανική πολιτεία του, επισημαίνοντας ότι (πλέον κάπoιων άλλων μεταφυσικών αντιρρήσεων) αυτές οι ιστoρίες παρουσίαζαν ψευδείς και μη υγιείς εικόνες των θεών και των ηρώων. Ο Δίας να μεταμoρφώνεται σε ζώα που ζουν σε στάβλους για να παρασύρει ανύποπτες παρθένες στην αγκαλιά του; Η Ήρα να ξελoγιάζει τον άντρα της, πρoκειμενoυ να σβήσει τους Τρώες από το χάρτη; Ο Θυέστης να τρώει τα παιδιά του; Αυτά “τα παραμύθια που λένε οι γριές” [Πλάτων, Θεαίτητος, 176b ] δεν ήταν σε καμιά περίπτωση το υλικό που έπρεπε να διαβάζουν τα παιδιά μας για να γίνουν ενάρετoι ενήλικοι” [σελ. 37 παρ.1]

“Η χρήσης της κλασικής αρχαιότητας ως βάση της γενικής παιδείας αμφισβητήθηκε για λόγους πρακτικότητας και σχετικότητας. Όπως τόνισε ο ιστορικός Μάιερ Ρέινολντ, από το ξεκίνημά της η Αμερική βρισκόταν ‘σε αναζήτηση της χρήσιμης γνώσης’. Ποιο είδος εκπαίδευσης είναι πρακτικό και σκόπιμο; Η εκπαίδευση είναι για να κάνεις τους σπουδαστές καλύτερους ανθρώπους και πολίτες ή για να τους προετοιμάσει για τον ‘αληθινό κόσμο’; (σαν να επρόκειτο για δύο διαφορετικούς στόχους!)” [σελ. 42-43]

“Ο εικοστός αιώνας δεν κατασκεύασε το ελληνικό πρότυπο. Ο Διαφωτισμός, η Αναγέννηση, ο Μεσαίωνας και οι Ρωμαίοι, με τη σειρά, έβλεπαν την τέχνη και τον πολιτισμό τους είτε ως υποστήριξη είτε ως αντίδραση εναντίον της ελληνικότητας. Ήταν ένα μέτρο από το οποίο δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και το οποίο έβλεπαν ως ενιαία, αναγνωρίσιμη κληρονομιά που ήταν δική τους. Κάτι πρέπει να συνέδεε τόσο ανόμοιες κοινωνίες μέσα από βουνά, χιόνια και αιώνες του παρελθόντος. Κάτι εξηγεί το γιατί ένας Αμερικανός ή ένας Γερμανός που πιάνουν τώρα στα χέρια τους την Μήδεια ή την ιστορία του Θουκυδίδη αναγνωρίζουν αμέσως κάτι σύγχρονο, αν όχι κάτι που να απηχεί τη δική τους πολιτιστική εμπειρία, με ένα τρόπο που δεν ισχύει για τις θυσίες των Αζτέκων, την κινέζικη ποίηση, το Κοράνι ή τα ιερογλυφικά. Αυτό το κάτι – όχι φυλή αλλά πολιτισμός- είναι μια πολύ ασυνήθιστη παράδοση που αρχίζει με τους Έλληνες και παραμένει μαζί μας ακόμη και σήμερα” […] “Δεν έχουμε κατασκευάσει τη χίμαιρα ‘ελληνικότητα’ για να επικυρώσουμε τις δικές μας πολιτισμικές υποθέσεις. Μάλλον, κατά την έρευνά μας να ανακαλύψουμε γιατί είμαστε ό,τι είμαστε, συνεχώς ‘σκοντάφτουμε’ – στο χώμα, στην πέτρα, στα κείμενα, στα νομίσματα – πάνω σε αυτούς τους παράξενους κάποιους, αυτό το μοναδικό λαό που ονομάζεται ‘Έλληνες” [σελ. 62τέλος, 63 παρ.2]

H ελληνική αρχή είναι ότι η απρόκλητη βία είναι πάντα λάθος, συχνά ακόμη κι αυτή που έχει ακολουθήσει μια πρόκληση. Τα άτομα πληρώνουν για την αναντίρρητη ιδέα ότι το απόλυτο είναι λιγότερο επικίνδυνο από το σχετικό. Το ένα οδηγεί χωρίς έλεγχο στην υπερβολή, αλλά το άλλα πάντα σε ηθική κενότητα. Ωστόσο, κάποια ανταπόδοση, δεν είναι απλώς αστόχαστη εκδίκηση, όπως μας θυμίζει ο Πλάτων στον Πρωταγόρα, αλλά ‘για χάρη του μέλλοντος, για να μη διαπράξει πάλι αδικία ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος, όποιος θα δει τούτον να τιμωρείται’ [324b]. Είναι ‘τιμωρία χάρη της πρόληψης’, έτσι ώστε αυτός που κάνει το κακό ‘με τιμωρία να βελτιωθεί’. Για τους Έλληνες, μια κοινωνία που δεν μπορεί να τιμωρήσει αλλά μόνο να συγχωρεί και να εκλογικεύει είναι εξίσου ένοχη, εξίσου αήθης όσο και ο ίδιος ο εγκληματίας. Μας ζητάει περισσότερο να μπούμε στην κονίστρα και να βρομιστούμε με το κακό, να τιμωρήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο τον άξαφνα μετανοημένο, παρά να ξεχνάμε και να αγνοούμε από ασφαλή και αυτάρεσκη απόσταση” [σελ. 75 παρ.2]

“Ακόμη και οι δολοφόνοι και οι μαχαιροβγάλτες θα χρειαστούν κάποια μέρα τον αμετάβλητο, απόλυτο νόμο της πόλης – κράτους. Ο Πλάτων λέει περίπου το ίδιο πράγμα: ακόμη και οι κλέφτες, για να προστατευτούν από τον αλληλοσκοτωμό, μοιράζουν μεταξύ τους τη λεία τους σύμφωνα με μια αφηρημένη και αμετάβλητη αντίληψη περί του τι είναι δίκαιο και σωστό. Η δικαιοσύνη είναι μια απαραίτητη και απόλυτη ιδέα που υπάρχει και βελτιώνεται από αμνημονεύτων χρόνων και στην οποία πρέπει να μετέχουν όποιοι απολαμβάνουν ακόμα και την ελαχιστότατη έννοια ανθρωπιάς” [σελ. 76 παρ.1]

“Το μήνυμα των Ελλήνων μπορεί να είναι τρομακτικά και συχνά οδυνηρά απόλυτο: η ηθική επιταγή της ελληνικής τραγωδίας είναι ‘αμετάβλητοι νόμοι’. Τα έθιμα και η παράδοση προέρχονται από τους θεούς. Τα διατάγματα έχουν ηλικία αιώνων κι είναι γραμμένα σε πέτρα. Τα δόγματα της πόλεως προέρχονται, κατά τους ισχυρισμούς, από μυστηριώδεις προγονικούς ‘νομοθέτες” [σελ. 76 παρ. τελ.]

“Αυτοί οι κανόνες, με άλλα λόγια, είναι το κοινωνικό συμβόλαιο ενός σώματος ελευθέρων πολιτών. Οι κανόνες που παραμένουν αμετάβλητοι προσφέρουν μια μόνιμη, έστω και δυσάρεστη ενίοτε, λύση τόσο για τη σύγκρουση όσο και για το έγκλημα” [σελ. 77 παρ. τέλος]

“Στον πυρήνα του ελληνικού συστήματος πεποιθήσεων βρίσκεται η πίστη ότι υπάρχουν απόλυτες σταθερές στον κόσμο, άχρονες και απρόσβλητες από καταστάσεις και ερμηνείες, ένα μικρό αλλά ζωτικό σύστημα γνώσης που, ως επί το πλείστον, είναι αδιαπραγμάτευτο και έχει προέλθει από κοινή συμφωνία. Είναι αυτό το ηθικό σύμπαν που η Αντιγόνη αποκαλούσε άγραπτα νόμιμα, οι άγραφοι νόμοι που υπήρχαν πάντα. Από αυτό πλαίσιο της ελληνικής σκέψης ο Σωκράτης και ο Πλάτων συνεχίζουν τη μάχη εναντίον των σοφιστών, εκείνων που επιδίωκαν να μετατρέψουν φτηνές κοινοτοπίες γύρω από τη σχετικότητα (‘ο άρρωστος νομίζει ότι η τροφή είναι πικρή, για τον υγιή είναι γλυκιά’) σε Αλήθεια. Οι νόμοι του πολιτεύματος, η ιδιωτική περιουσία, η απόσταση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής, ο σωβινισμός της μεσαίας τάξης, όλα αυτά είναι αδύνατα σε μια κοσμοθεωρία υποκειμενική, συνεχώς ρευστή, που δεν στηρίζεται σ’ ένα πυρήνα αμετάβλητων πεποιθήσεων. Οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να φτιάξουν ένα τόσο σημαντικό πολιτισμό, βασισμένοι στο αληθές επιχείρημα, όπως το έθεσε ο Πλάτων, ‘βάσει του οποίου τα πάντα λέγεται ότι είναι σχετικά” [σελ. 77-78]

“Ο Αριστοτέλης μας υπενθυμίζει στα Ηθικά Νικομάχεια ότι ‘καμιά από τις ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτη στους ανθρώπους (…) αλλά έχουμε γεννηθεί με την ικανότητα να δεχόμαστε αυτές τις αρετές και να τελειοποιούμαστε ως προς αυτές με τον εθισμό’ [1103a 17, 24-25]” [σελ. 78 παρ.2 τέλος]

“Η επιλογή των Ελλήνων είναι τελικά αν θα έχουν εκκλησία του δήμου ή Φαραώ, τρεις τάξεις ή δύο, τον Ηρόδοτο ή τον αυλοκόλακα με το καλέμι. Μπορείς είτε να αφήνεις τη διανόηση ελεύθερη να γράφει ποίηση και να επιτίθεται στην ελίτ είτε να τη βάζεις να χτίζει τάφους, να κολακεύει τον 'Ένα και να χαράσσει δουλοπρεπή πικτογράμματα. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι νόμιμος ιδιοκτήτης ενός κομματιού γης ή να σκάβει στα κτήματα του Μεγάλου Bασιλιά.. Κάνε τους πλουσίους να χρηματοδοτούν θεατpικές παpαστασεις και να ναυπηγούν στόλο ή άφησέ τους να ξεκοκαλίζουν και να κατέχουν ως ιδιοκτησία τους ολόκληρη την ύπαιθρο. Παζάρευε στην αγορά με παμπόνηρους ιδιώτες μικροπωλητές ή σέρνε με το ζόρι την παpαγωγή σου στην αποθήκη του παλατιού. Άκου το “0 Δίας δεν υπάpχει πια” ή αποκεφάλιζε τους υπερόπτες που δεν υποκλίνονται στον Θωθ Εξοστράκιζε, έλεγχε, σατίριζε, δίνε δημοσιότητα και ερεύνα ή περίμενε ν' ακούσεις το χτύπημα στην πόρτα τα μεσάνυχτα. Εν τέλει, αυτή η επιλογή καθορίζει το αν τα παιδιά θα έχουν μια καλύτερη ευκαιpία να τρωνε, να είναι απαλλαγμένα από αρρώστιες, να μεγαλώνουν ασφαλή από ακρωτηριασμό και άδικο θάνατο, να βλέπoυν και να περιγράφουν τον κόσμο όπως επιλέγουν - και να εγγράφονται στο σύγχρονο πανεπιστήμιο για να μαθαίνουν πόσο απαίσιος ήταν στην πραγματικότητα ολόκληρος ο πολιτισμός της παιδικής τους ηλικίας” [σελ. 98 παρ.2]

“Ο Περικλής θύμιζε στο αθηναϊκό ακροατήριο ότι ακόμη κι αν ένας άντρας ευημερεί στην ιδιωτική του ζωή, όταν η χώρα του δεν τα πάει καλά, χάνεται και ο ίδιος. Αν όμως ο ίδιος δεν τα πάει καλά, ενώ η χώρα του είναι ισχυρή, συνήθως μπορεί κάλλιστα να επιβιώσει” [σελ. 110 παρ.1]

“Η ελληνική κληρονομιά, χρησιμοποιημένη σωστά ή λάθος, προσδίδει στους οπαδούς της την τρομερή δύναμη να αλλάξουν – ή να καταστρέψουν – ριζικά το υπάρχον διανοητικό και υλικό περιβάλλον, σχεδόν άμεσα. Οι Έλληνες ήταν εκείνοι που μας κληροδότησαν τα εργαλεία που μας έδωσαν την δυνατότητα να αλλάξουμε το υλικό και πνευματικό σύμπαν, είτε για καλό είτε για κακό. Οι αυστηρότεροι επικριτές της Δύσης, μολονότι βαθιά και συχνά δικαιολογημένα καχύποπτοι απέναντι σ’ αυτό το δυναμοκρατικό μοντέλο, επιθυμούν, μιμούνται και εισάγουν τη φιλοσοφία του ακόμα κι όταν επικρίνουν το μακελειό που συντελείται στους ευαίσθητους αυτόχθονες πολιτισμούς” [σελ. 125 παρ.3]

“Είναι παράξενο ότι οι Έλληνες που τα ξεκίνησαν όλα είναι τόσο λίγο γνωστοί στη σύγχρονη Αμερική. Έτσι λοιπόν τώρα επιστρέφουμε στο κεντρικό ερώτημα (…) ότι το να αγνοήσουμε ή να καταστρέψουμε τους Κλασικούς ισοδυναμεί με πολιτιστική αυτοκτονία και απαιτεί απολογία από αυτούς που τη διαπράττουν. Ενέχουμε δίκιο σχετικά με τη σοβαρότητα του προβλήματος, οι Έλληνες έχουν ακόμη πολλά να μας διδάξουν στα τέλη του εικοστού αιώνα: γιατί μόνο εμείς έχουμε τη δύναμη τόσο να καταστρέψουμε όσο και να διατηρήσουμε το φυσικό περιβάλλον, πώς και γιατί διεξάγουμε τόσο καταστροφικούς πολέμους, τι υποτίθεται πως πρέπει να επιτυγχάνει η εκπαίδευση, γιατί η δύναμη του πάθους πρέπει πάντα να είναι αμφίστομη, πού μπορεί να μας οδηγήσει η λογική και πού δεν είναι αρκετή, γιατί είμαστε πολυφυλετική και όχι πολυπολιτισμική κοινωνία, γιατί πρέπει να υπάρχουν μέτρα, όσο σκληρά και οδυνηρά κι αν είναι, πόσον ολοκληρωτικά είναι δεμένες οι δυτικές αξίες μας περί ισονομίας με την αγροτική μας προέλευση, γιατί πρέπει κανείς να επιδιώκει το ‘ευ ζην’, και γιατί το ‘ευ ζην’ είναι τόσο ανεπαρκώς προσδιορισμένο, γιατί η κοινωνία και η κοινωνική αιδώς είναι ισχυροτέρα από τους απλούς νόμους και την προσωπική ενοχή και γιατί, σ’ έναν κόσμο όπου πρέπει να πεθάνουμε και θα πεθάνουμε, η ζωή είναι θέμα χαρακτήρα. Γιατί, εν τέλει, είμαστε αυτοί που είμαστε. Γιατί, λοιπόν, οι Κλασικές Σπουδές είναι νεκρές; Και ποιος πράγματι σκότωσε τον Όμηρο;” [σελ. 126-127]

“Οι διοικήσεις των πανεπιστημίων uποχώρησαν στα παράπονα των νεαρών και συχνά αγανακτισμένων σπουδαστών. Ακολούθησε η ‘αναμόρφωση’ του προγράμματος μαθημάτων, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη στην ουσία κάποιων κεντρικών μαθημάτων – σημαντικών, βασικών μαθημάτων που υποχρέωναν τους σπουδαστές να αποκτήσουν κάποια τουλάχιστον εξοικείωση με τη λογοτεχνία, τη γραμματική, τη φιλοσοφία, την ιστορία και τη γλώσσα της κλασικής αρχαιότητας. (Aκόμη και το Bατικανό ενέδωσε, απορρίπτοντας τα Λατινικά ως παγκόσμια γλώσσα της Eκκλησίας). Επαγγελματίες “εκπαιδευτές” και κοινωνικοί επιστήμονες πλήρωσαν το κενό που δημιουργήθηκε, εξαπλώνοντας τη θεραπευτική σε όλο το πανεπιστήμιο, προκαλώντας μετάσταση των “Αναπτύσσομαι” και “Mίλησέ μας για τον εαυτό σου”, σαν καρκινικά κύτταρα σε εξασθενημένο οργανισμό. Τα σπέρματα του “νιώσε καλά” προγράμματος σπουδών φυτεύτηκαν, τη σοδειά των οποίων θερίζουμε σήμερα στο πιεστικό μέλημα για θεσμικά επιβαλλόμενη αυτοεκτίμηση. Αυτό το νέο, υπερευαίσθητο πρόγραμμα σπουδών και τα προσαρτήματά του – εκπαίδευση στην ανομοιότητα, συγγραφή ημερολογίου, ευαισθητοποίηση φύλου και φυλής, πολυπολιτισμικότητα, περιστασιακή ηθική, προσωπική ανάπτυξη, άφεση αμαρτιών και πολιτική της αυτοδέσμευσης – έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς την ελληνική σοφία” [σελ. 130-131]

“Ο καθηγητής Τζορτζ Γκουλντ του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, το είπε καθαρά στην εθνική συνάντηση της Αμερικανικής Φιλολογικής Ένωσης το 1971: ‘Νομίζω πως θα είμαστε ψεύτες ή ανόητοι ή και τα δύο, αν ισχυριστούμε ότι η χρησιμότητα ή η σπουδαιότητα των κλασικών σπουδών συνθέτει τον αληθινό λόγο που τις καλλιεργούμε… Δεν στραφήκαμε στις κλασικές σπουδές για να τις διδάξουμε και μόνο εφόσον δεχτούμε με ειλικρίνεια αυτό το γεγονός –όταν τελικά διδάσκουμε- θα είμαστε εξαιρετικοί καθηγητές γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο… Ο πραγματικός λόγος που μελετάμε τους Κλασικούς είναι η αξία τους, και η αξία αυτή είναι απλούστατα η απόλαυση που μας δίνουν. Είναι μια αγνή, μη υλική απόλαυση, συγγενική με την απόλαυση που αντλούμε κοιτώντας πίνακες ή ακούγοντας μουσική. Είναι, ως επί το πλείστον, μια παθητική, διανοητική απόλαυση, στην οποία το πνεύμα μας – δεν θα πω εξυψώνεται, μολονότι αυτό μας συμβαίνει συχνά – διευρύνεται και εμπλουτίζεται με την εμπειρία κάποιου πράγματος έξω από ό,τι σχετίζεται με τα προσωπικά μας προβλήματα (Classical World 65, 1972, σ.258)” [σελ. 133 παρ.1-2]

“Οι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας ανήκουν σε ένα από τα δύο στρατόπεδα. Μερικοί πιστεύουν πως όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι – ο δυτικός δεν είναι ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από οποιονδήποτε άλλο. Άλλοι, πιο πεισματάρηδες, είναι πεπεισμένοι ότι όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι εκτός από το δυτικό, που είναι ιδιαίτερα ιμπεριαλιστικός, ηγεμονιστικός, εθνικιστικός, σεξιστικός και πατριαρχικός και κατά συνέπεια πρέπει να μελετάται μόνο ως παράδειγμα του τι πάει στραβά στο σύγχρονο κόσμο. Και στις δύο περιπτώσεις οι Έλληνες χάνουν: αν είναι το ίδιο με τους Θράκες ή τους Καρχηδόνιους, γιατί να μελετάμε Ελληνικά αντί για Φοινικικά, Χιτιτικά ή Αιγυπτιακά; Αν είναι χειρότεροι, γιατί να τους μελετάμε, γενικώς;” [σελ. 136 παρ.1]

“Η νέα φουρνιά ΄κοινωνικών ερμηνευτών’ είτε πέταξε στα σκουπίδια τον κλασικό κόσμο επειδή δεν ήταν πολυπολιτισμικός (πράγμα που είναι ανέντιμο, διότι κανένας πολιτισμός δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ στ’ αλήθεια πολυπολιτισμικός) είτε προσπάθησε να ξαναεπινοήσουν τους Έλληνες και τους Ρωμαίους ως πολυπολιτισμικούς (πράγμα που είναι ψέμα). Η ελληνική σοφία δεν πρέπει απλώς και μόνο να ξεχαστεί, αλλά πρέπει να απορριφθεί ενεργά. Η τελευταία γενιά κλασικιστών επιθυμεί να επιβιώσει και να είναι αρεστή – στους συναδέλφους ακαδημαϊκούς δασκάλους – εγγυώμενη στους ανθέλληνες συναδέλφους της ότι οι κλασικιστές που θα ακολουθήσουν θα είναι ελάχιστοι” [σελ. 136-137]

“Όπως και οι ίδιοι οι Έλληνες, οι κλασικιστές δεν πρέπει ποτέ να προσποιούνται ότι όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι. Ξέρουν πολύ καλά ότι δεν υπάρχει ένας Φαίδων στην Αίγυπτο, μια Ορέστεια στην Περσία ή μια Ιλιάς στην Ασσυρία, πόσο μάλλον δημοκρατία μεταξύ των Γερμανών της αντίστοιχης εποχής ή πανεπιστήμια στη Γαλατία του τετάρτου π.Χ. αιώνα. Oι φαραώ δεν είχαν σχέδια για αεροπλάνα και ο Σωκράτης, όπως έχει καταδείξει η καθηγήτρια Μαίρη Λέφκοβις [Σ.τ.μ.: Mary Lefkowitz, Μαύρη Αθηνά: Μύθοι και Πραγματικότητα, Κάκτος, 1997] ξανά και ξανά., ούτε μαύρος υπήρξε ούτε προϊόν κλεμμένου αφρικανικού φιλοσοφικού συστήματος. Οι Ρωμαίοι έμαθαν πολλά από την πραγματεία του Μάγωνα του Καρχηδονίου περί γεωργίας, όμως στον πολιτισμό της Καρχηδόνας δεν υπήρξε τίποτα που να μοιάζει έστω με την παράδοση του Θεόφραστου σχετικά με τη δυτική αγρονομία […] Δεν είναι εθνοκεντρικό ούτε σοβινιστικό να παραδεχτεί κάποιος ότι η αυλή του Τιγλάθ – Πιλασάρ Γ’ δεν ήταν σωκρατικός κύκλος, ότι οι κάτοικοι της Σιδώνας δεν έφτιαχναν νόμους με την ψήφο της πλειονότητας, ότι παντού, έξω από την Ελλάδα, υπήρχαν δύο κι όχι τρεις τάξεις, ότι τα δυναστικά πολιτεύματα δεν επέτρεπαν την ύπαρξη κτηματιών και ότι η λογοτεχνία και φιλοσοφία εκτός θρησκείας σπανίως απαντά πέρα από το Αιγαίο. Ωστόσο η τρέχουσα πολυπολιτισμικότητα στο πανεπιστήμιο κάνει τέτοιου είδους αλήθειες ακατονόμαστες, αν όχι επικίνδυνες” [σελ. 138-139 & 139-140]

“Ακόμη και οι πιο ένθερμοι υπερασπιστές της Δύσης αναγνώριζαν πάντα ότι άλλοι πολιτισμοί προσφέροuν αισθητικά εντυπωσιακές, σuγκινητικές εκφράσεις της ανθρώπινης κατάστασης. 'Ενα κινέζικο ποίημα, ένα αφρικανικό θεατρικό έργο, μια νοuβέλα από το Παντζάμπ ή οι ψαλμοί των Αμερινδών μπορούν να σuγκινήσοuν το ανθρώπινο σuναίσθημα και να αποκαλύψοuν την τραγωδία τοu ανθρώποu στη γη με το ίδιο πάθος και την ίδια ακρίβεια ενός Σοφοκλή ή ενός Βιργίλιου. Ωστόσο, ούτε ένας από τους πολuπολιτισμικούς κλασικιστές (παρά τις ρητορείες της μόδας) δεν επιθυμεί πραγματικά να αλλοιώσει τον ελληνικό πuρήνα μας για να ζήσοuμε υπό αuτόχθονα, προκολομβιανά σχήματα διακυβερνήσεως, αϊτινές θρησκευτικές πρακτικές, αραβικά πρωτόκολλα περί γuναικείας σuμπεριφοράς, κινεζικούς κανόνες ιατρικής ηθικής, ισλαμικές παραδόσεις εκκλησίας και κράτους, αφρικανικές προσεγγίσεις στην επιστήμη, ιαπωνικά ιδεώδη φυλής, ινδικές κοινωνικές κάστες ή αντιλήψεις ιθαγενών Aμερικανών περί ιδιοκτησίας” [σελ. 145 β’ μισό]

“Οι Έλληνες δεν ολοκλήρωσαν, αλλά είναι βέβαιο ότι ξεκίνησαν, το διάλογο για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, ένα διάλογο που τελικά μετατράπηκε σε πραγματική ισότητα στη Δύση, και μόνο στη Δύση. Οι γυναίκες, ιδίως εκείνες που μένουν πίσω στον ανηλεή cursus honorum εξαιτίας των απαιτήσεων της ανατροφής των παιδιών, εξακολουθούν να προσκρούουν σε αόρατα φράγματα στην Αμερική των επιχειρήσεων. Αλλά πόσες θα αντάλασσαν το επιχειρηματικό κοστούμι τους με το φερετζέ, τα αντισυλληπτικά με το δέσιμο των γεννητικών οργάνων τους προς αποφυγή συνουσίας, το κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία του συζύγου τους με το σάτι (την καύση της χήρας στην πυρά μαζί με το πτώμα του νεκρού άντρα της), τις κομψές ψηλοτάκουνες γόβες τους με την περίδεση των ποδιών, την αναλογία 1,8 παιδιών ανά θήλυ προς 14 ανά θήλυ, τις γυναικείες ξυριστικές μηχανές Lady Remington με το ξυράφι της κλειδερεκτομής; Αν δεν υπάρχει ακόμη πλήρης ισότητα, δεν είναι επειδή ο κλασικός πολιτισμός δεν επέτρεπε στις γυναίκες να ψηφίζουν. Πιθανότερη αιτία είναι ότι επί αιώνες αγνοήσαμε όσα από τότε έλεγαν λαμπρά πνεύματα όπως η Σαπφώ, η Ασπασία, η Αντιγόνη και η Λυσιστράτη, αγνοήσαμε ότι οι γυναίκες είχαν ατομική ιδιοκτησία και ατομικά δικαιώματα στη Σπάρτη και στη Ρώμη πολύ πιο φιλελεύθερα απ’ ό,τι στις περισσότερες κοινωνίες για την επόμενες δύο χιλιετίες” [σελ. 161-162]

“Η επιστήμη και η μάθηση έχουν το αντίτιμό τους, καθώς μας οδηγούν όλο και πιο μακριά από τη μήτρα της φύσης. Μια από τις μεγαλύτερες συκοφαντίες εναντίον της κλασικής αρχαιότητας είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες (αντίθετα από μας) δεν αντιλήφθηκαν το αντίτιμο που έπρεπε να πληρωθεί για την πορεία της προόδου, για τη διευθέτηση του κόσμου σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής μάλλον παρά του συναισθήματος ή της πίστης. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρχε λόγος που ο Σοφοκλής αποκάλεσε τα θαύματα του πολιτισμού δεινά, τα διφορούμενα ‘τρομερά” [σελ. 181 παρ.1 τέλος]

“Αντί να διδάξουμε στην εταιρεία το ισονομικό ήθος των Ελλήνων, διδαχτήκαμε εμείς στο πανεπιστήμιο από τη συντεχνιακή Αμερική, με καταστροφικές συνέπειες. Οι διευθυντές μας (‘αξιωματούχοι’, όχι πλέον λόγιοι) δικαιολόγησαν τις τεράστιες αυξήσεις τους βάσει του ότι τώρα διοικούν μια ‘επιχείρηση’ (όχι πια πανεπιστήμιο) με ‘μισθοδοσία’ (αμοιβές καθηγητών) που φτάνει πλέον τα εκατομμύρια, ότι διοικούν ένα ‘συγκρότημα’ και μια κτηματική περιουσία (όχι πια το γυμναστήριο, τη βιβλιοθήκη ή τα ανοιχτά γήπεδα) αξίας εκατομμυρίων και προσφέρουν ένα ‘προϊόν’ που έχει μεγάλη ζήτηση από τους ‘καταναλωτές’ (αν δεν καταλάβετε, πρόκειται για το πτυχίο και τους φοιτητές)” [σελ. 220 παρ.2 α’ μισό]

“Αν οι νέοι μας, που πρέπει να γίνουν μπροστάρηδες, δεν έχουν αξίες, δεν έχουν κουλτούρα, δεν έχουν παιδεία ούτε ηθική κατεύθυνση, τότε πρέπει να δούμε τι έχουν και τι δεν έχουν διδαχτεί στα πανεπιστήμια της Αμερικής. Είναι λοιπόν να απορούμε που τα παιδιά μας δεν γνωρίζουν πια τι είναι δημοκρατία, ελεύθερος λόγος, ηθική και δυτικός πολιτισμός, κι ακόμη λιγότερο από πού προέρχονται όλ’ αυτά και πώς μπορούν να διατηρηθούν; Είναι να απορούμε που ο Όμηρος είναι νεκρός;” [σελ. 222 τέλος]

“Η μελέτη των Ελληνικών στα τελευταία είκοσι χρόνια έγινε επάγγελμα, όπως τα οικονομικά και τα νομικά, ένας μικροσκοπικός μεν αλλά κόσμος ωστόσο των τζετ, των συνεδρίων, της δημοσιότητος, της κούφιας γλώσσας και των πρόσθετων αποδοχών. Η γνώση του Ομήρου έμελλε να γίνει απλώς και μόνο τρόπος ομιλίας του ανερχόμενου καθηγητή, τρόπος ζωής του ενημερωμένου καθηγητή και στάση του μαχόμενου καθηγητή, ο οποίος όμως δεν κρύβει πια μες την καρδιά του το ιδεώδες των Ελλήνων ούτε ζει σύμφωνα μ’ αυτό και σε καμιά περίπτωση δεν αναλαμβάνει το φορτίο που πρέπει να επωμιστεί και να κληροδοτήσει σε άλλους” [σελ. 224-225]

“Τούτο το βιβλίο υποστηρίζει ότι ο θάνατος του Ομήρου σημαίνει την απαλοιφή ενός ολόκληρου τρόπου θεώρησης του κόσμου, ενός τρόπου διαμετρικά αντίθετου προς τους νέους θεούς που καθοδηγούν τώρα την Αμερική: ψυχοθεραπείες, ηθική άμβλυνση, τυφλή υποστήριξη της προόδου και εξύμνηση του υλικού πολιτισμού. Η απώλεια της κλασικής παιδείας και του κλασικού πνεύματος ως αντίδοτου στη τοξίνη του λαϊκού πολιτισμού υπήρξε οδυνηρή για την Αμερική και μπορεί να γίνει αισθητή στην εμφάνιση όλων σχεδόν όσα είναι αντίθετα στις ελληνικές ιδέες και αξίες: στη διάβρωση του γραπτού και προφορικού λόγου, στην αναζήτηση υλικής και αισθησιακής ικανοποίησης στη θέση της πνευματικής ανάπτυξης και θυσίας, στην αυξανόμενη ομοιομορφία της αστικής ζωής εις βάρος του ατόμου και του ατομικισμού, στην ανιστορικότητα και στην πλήρη παράδοση στο παρόν, στο θάνατο εν τέλει, της μεσαίας τάξης” [σελ. 225 παρ.3]

“Ακόμα μια φορά, ποιος σκότωσε τον Όμηρο; Όχι η τηλεόραση, όχι η ‘διοίκηση’ και πολύ λιγότερο ο μοντερνισμός, η τεχνολογία ή ακόμη και η κοινωνική επιστήμη. Εμείς το κάναμε, εμείς οι κλασικιστές της παρούσας γενιάς που καθήκον μας ήταν να κληροδοτήσουμε στους Έλληνες σε άλλη μια γενιά. Γιατί το κάναμε; Για το απολύτως άμεσο κέρδος μας, για μερικά τιποτένια αξιώματα και τίτλους, για κάποια μικρή αίσθηση ότι είμαστε σημαντικοί, για την αξιολύπητη αυτοϊκανοποίηση του να ανήκουμε στην πιο πρόσφατη εσωτεριστική αίρεση, για λίγα φράγκα, για όλους μαζί, δηλαδή του συνήθεις συντρόφους της νωθρότητας, της απληστίας και της υπεροψίας. Για τίποτα πιο σπουδαίο απ’ αυτό, πράγματι” [σελ. 226 παρ.2]

“Μαθαίνεις Ελληνικά για να καταλάβεις τι σημαίνει θάρρος μπροστά στο θάνατο από τον Σωκράτη. Την ανθρώπινη μοίρα, χάρη στα λόγια του Ιησού. Μελετάς τα Ελληνικά για να μεταδώσεις στον αμύητο ότι υπάρχουν πάντα καλύτερα, πιο μυστηριώδη πράγματα στον κόσμο από το συμφέρον, την ευτέλεια και τα παπούτσια Reebok” [σελ. 234 παρ.2]

“Τα σχόλια, τα λεξικά, η γραμματική και οι θησαυροί είναι σφυριά, πυρσοί και πριτσίνια, δεν είναι η γέφυρα. Εμείς οδηγούμε πάνω στη γέφυρα. Χρησιμοποίησε τη γέφυρα, θαύμασε τη να διαγράφεται στον ορίζοντα, αλλά, terrible dictu, μη θεοποιείς τις βαριές και τα μπουλόνια που μας έδωσαν τη γέφυρα. Έξω από τις Κλασικές Σπουδές, δεν χτίζουμε μνημεία σε σκαλωσιές και αερογέφυρες. Χρησιμοποίησε το σχολιασμό για να καταλάβεις καλύτερα τη γλώσσα του Πλάτωνα, αλλά ο αληθινός στόχος είναι να κατανοήσεις το τι, όχι το πώς έγραφε ο Πλάτωνας. Διάβασε περισσότερο Πλάτωνα, λιγότερα σχόλια” [σελ. 252 παρ.1]

“Το να διδάσκεις Ελληνικά δεν σημαίνει να δημιουργείς νέες τάξεις, νέες θέσεις διδακτορικού προσωπικού και να διευρύνεις το πεδίο οπουδήποτε και οποτεδήποτε κάποιος λέει ή γράφει κάτι για τους Έλληνες. Σημαίνει να βάζεις τους Έλληνες στην καρδιά σου, να συνταιριάζεις τα λόγια τους με τα έργα σου, να είσαι ένας Οδυσσέας που μπορεί να γοητεύσει, να ηγηθεί, να πολεμήσει, να υποφέρει, να θυσιάζει και να έχει συνέχεια το νου του στο γιατί γίνονται όλα αυτά και πώς θα επιστρέψει σπίτι του, και ταυτόχρονα να είσαι ένας Αχιλλέας που βλέπει τον τοίχο να πλησιάζει και, με μια διεστραμμένη χαρά, να ‘σανιδώνεις’ το γκάζι” [σελ. 284 παρ.2]

“'Όπως κι οι ξένες γλώσσες, τα καθαρά μαθηματικά αναπτύσσουν τα έλλογα και τα λογικά στοιχεία του σπουδαστή, του ενσταλάζουν πειθαρχία και του δείχνουν ότι ο δρόμος προς την επίλυση προβλημάτων βρίσκεται στο πάντρεμα των δεδομένων με τη λογική. Τον απαλλάσσουν επίσης από την ομφαλοσκόπηση και, από πολύ νωρίς, όπως είδε πάλι ο Πλάτων, γίνονται από μόνα τους μια φιλοσοφία που καταδεικνύει ότι υπάρχουν φυσικοί κανόνες απόλυτοι, αμετάβλητοι και μη υποκείμενοι σε προσωπικές ερμηνείες, που ανήκουν σε έναν κόσμο που δεν έχει φτιαχτεί από εμάς .Δεν είναι τυχαίο που οι φοιτητές θετικής κατεύθυνσης τα καταφέρνουν συνήθως καλύτερα με τα μαθήματα των Eλληνικών απ' ό,τι εκείνοι με κύρια κατεύθυνση την ψυχολογία ή την κοινωνιολογία, ούτε που δεν είναι τόσο ναρκισισιστές όσο εκείνοι που σπουδάζουν λογοτεχνία, οι οποίοι έχουν μεγαλώσει με θεωρίες και αναζήτηση ταυτότητας” [σελ. 293 παρ.1]

“Χαριτωμένα μιλούσε και ο Βίων, ότι, όπως οι μνηστήρες, μη μπορώντας να πλησιάσουν την Πηνελόπη, συνευρίσκονταν με τις υπηρέτριές της, έτσι και κείνοι που δεν μπορούν να κατακτήσουν τη φιλοσοφία, αποσκελετώνονται σε άλλες εντελώς ανάξιες μελέτες’ (Πλούταρχος, Περί παίδων αγωγής, 7D)” [σελ. 304 παρ.1 τέλος]


Δεν υπάρχουν σχόλια: