Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

«Ζητώντας την κοινή συμμετοχή» [ή: Ένα βήμα προς την άμεση Δημοκρατία]


O γράφων, έχω κατ’ επανάληψη ασχοληθεί, στο άλλο μου ιστολόγιο (το “Seagull”), με το ζήτημα της άμεσης Δημοκρατίας [βλ. ενδεικτικώς εδώ: http://seagullstefanos.blogspot.com/2008/06/blog-post_30.html]. Με απασχολούσε και με απασχολεί, όμως, το ζήτημα των δυσκολιών που υπάρχουν, ώστε να εφαρμοστεί (!...) στα σύγχρονα τεράστια κράτη. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα βρήκα στο βιβλίο των Sheldon Rampton & John Stauber με τίτλο “Η μεγάλη απάτη. Η επιστήμη στην υπηρεσία των εταιρειών” που, κυκλοφορεί, σε μετάφραση Κασσιανής Μπουλούκου, από τις εκδόσεις Οξύ [http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=144844]. Το βιβλίο προσεγγίζει ένα πολύ σπουδαίο ζήτημα, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο του, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και κατατοπιστικό και συνιστώ να το προμηθευτείτε και να το διαβάσετε. Ίσως να επανέλθω με κάποια αποσπάσματα για το συγκεκριμένο θέμα. Σπεύδω, όμως, να παραθέσω ένα απόσπασμα που, κατά τα προλεχθέντα, σχετίζεται με την Άμεση Δημοκρατία. Αντιγράφω από τις σελίδες 455- 459.


Ζητώντας την κοινή συμμετοχή

Το σύνθημα «αμφισβητώντας την εξουσία» ακούστηκε για πρώ­τη φορά από τα ριζοσπαστικά κινήματα της δεκαετίας του 1960. Μπορεί να περιλαμβάνει πολλή σοφία, είναι όμως ανεπαρκές. Χρειαζόμαστε την εξουσία στη ζωή μας: Ανθρώπους που μπο­ρούμε να εμπιστευθούμε για να φτιάξουν τ’ αυτοκίνητα μας και τους υπολογιστές μας, να μας βοηθήσουν όταν αρρωστήσουμε, να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και να διαχειριστούμε κα­λύτερα τον κόσμο μας. Το ερώτημα, όμως, είναι τι είδους σχέση θέλουμε να έχουμε με την εξουσία. Θα πρέπει να είναι μια σχέ­ση όπου οι ειδικοί θα μας θεωρούν «κοπάδι», όπως πίστευε ο Edward Bernays; Ή θα πρέπει να είναι μια σχέση όπου οι ειδικοί θα υπηρετούν την κοινή γνώμη; Το θέμα δεν είναι εάν η εξου­σία θα πρέπει να υπάρχει, αλλά πώς θα την κάνουμε υπόλογη για τις πράξεις της.

Μια προσέγγιση για την απάντηση αυτού του προβλήμα­τος αναπτύχθηκε από το Ινστιτούτο Loka, έναν οργανισμό που εδρεύει στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης και που από το 1987 ερ­γάζεται για την προώθηση των τρόπων με τους οποίους οι πολί­τες και οι εργαζόμενοι θα μπορέσουν να συμμετάσχουν στην επι­στημονική διαδικασία και τη λήψη των αποφάσεων. Μελετά μια επιτροπή πολιτών η οποία αποκαλείται «σύνοδος συναίνεσης». Κάποιες φορές αναφέρεται επίσης ως «πολιτικοί ένορκοι» ή «ένορκοι των πολιτών». Η σύνοδος συναίνεσης θυμίζει πολύ μια επιτροπή που έχει επιλεγεί τυχαία, όπως ακριβώς και οι ένορκοι στο δικαστήριο, μόνο που αντί να δικάζουν ποινικές υποθέσεις, προσπαθούν να πάρουν αποφάσεις για θέματα δημόσιας πολιτι­κής. Για να οργανωθεί μια σύνοδος συναίνεσης για κάποιο συγκε­κριμένο θέμα, πρέπει να διαφημιστεί στον τοπικό Τύπο, και να ζητηθούν «ντόπιοι εθελοντές» οι οποίοι θα επιλεγούν αναλόγως του εάν πληρούν τα δημογραφικά κριτήρια της κοινότητας. Επί­σης, θα πρέπει να μην έχουν πρότερη γνώση του θέματος που πρόκειται να συζητηθεί. Η τελική επιτροπή αποτελείται από δε­καπέντε μέλη, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται οικοδόμοι, υπάλληλοι γραφείου και εργοστασίων και μορφωμένοι επαγγελ­ματίες. Οι συμμετέχοντες θα μελετήσουν, θα συζητήσουν μετα­ξύ τους και θα συμβουλευτούν τους τεχνικούς ειδικούς προτού συντάξουν μια αναφορά που θα συνοψίζει τα συμπεράσματα της ομάδας σχετικά με το θέμα που συζητήθηκε.

Η χρήση της συνόδου συναίνεσης γεννήθηκε στη Δανία και πλέον χρησιμοποιείται ευρέως ως η διαδικασία που δίνει στους συνηθισμένους πολίτες την ευκαιρία ν' ακουστούν σε ομιλίες σχετικές με την τεχνολογική πολιτική. «Δεν είναι μό­νο πως δίνεται η ευκαιρία στους απλούς πολίτες να ανέλθουν σε σημαντικές θέσεις, αλλά το προσεκτικά σχεδιασμένο πρό­γραμμα ανάγνωσης και συζήτησης μέσα σε μια ομάδα ανοιχτή στο κοινό, τους δίνει την ευκαιρία να ενημερωθούν πριν πάρουν μια απόφαση», λέει ο διευθυντής του Ινστιτούτου Loka, Richard Svlove. «Τόσο ο δημόσιος χώρος συζήτησης όσο και η επακόλουθη κρίση και απόφαση, αποτυπωμένες με τη μορφή μιας γραπτής αναφοράς, αποτελούν το επίκεντρο της εθνικής προσοχής, συνήθως όταν το θέμα που συζητούν πρόκειται να παρουσιαστεί στο Κοινοβούλιο. Οι διασκέψεις συναίνεσης δεν έχουν σκοπό να υπαγορεύσουν τη δημόσια πολιτική, αλλά δί­νουν στους νομοθέτες μια ιδέα σχετικά με τις θέσεις των ψη­φοφόρων τους. Μπορούν, επίσης, να βοηθήσουν τη βιομηχα­νία να κρατηθεί μακριά από προϊόντα και διαδικασίες που είναι πιθανό να προκαλέσουν δημόσια αντίδραση».

[…………………………………………………………..]

Υπάρχουν μόνο λίγα παραδείγματα σχετικά με το πώς μπο­ρεί η δημοκρατία και η συμμετοχή των πολιτών να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων. Τα εμπόδια για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν είναι τε­χνικά ή οικονομικά, αλλά κοινωνικά και πολιτικά. Η αποτυχία της κοινωνίας να ενσωματώσει τη συμμετοχή των πολιτών στην επιστημονική διαδικασία αντανακλά την υπόθεση πως τα επιστημονικά θέματα είναι πολύ πολύπλοκα για τον απλό πο­λίτη Το 1992 μια μελέτη που έγινε από το John Doble και την Amy Richardson εκ μέρους του Ιδρύματος Δημόσιων Θεμάτων, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που ιδρύθηκε από τον Daniel Yankelovich, έδειξε πως ακόμη και όσοι δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα επιστημονικά θέματα μπορούν να τα καταφέρουν καλά στις αποφάσεις σχετικά με την επιστημονική πολιτική. Οι Doble και Richardson επέλεξαν ένα αντιπροσωπευτικό δείγ­μα 402 πολιτών από διάφορα μέρη των Η.Π.Α. Τους έδωσαν σύντομες και καλά διατυπωμένες παρουσιάσεις σχετικά με δύο πολύπλοκα τεχνικά θέματα (φαινόμενο του θερμοκηπίου και απόρριψη στερεών λυμάτων) και κατόπιν τους ζήτησαν να συζητήσουν και ν' αποφασίσουν ποια θα ήταν, κατά τη γνώμη τους, η καλύτερη πολιτική λύση γι' αυτά τα θέματα. Οι Doble και Richardson ρώτησαν, επίσης, 418 εξέχοντες Αμερικανούς επιστήμονες σχετικά με τα ίδια θέματα. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν πως οι πολίτες που συμμετείχαν στη μελέτη κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα όπως και οι επιστή­μονες. Σε ό,τι αφορά το φαινόμενο του θερμοκηπίου, και οι δύο ομάδες προτίμησαν ν' αυξηθούν οι δαπάνες για τις δημόσιες συγκοινωνίες, να τοποθετηθούν καλύτερα συστήματα διύλισης των καυσίμων στ' αυτοκίνητα, να ενθαρρύνουν τους πολίτες να εξοικονομούν ενέργεια και να δημιουργηθούν προγράμματα αναδάσωσης. «Τα συμπεράσματα μας ήταν ότι το κοινό ως σύ­νολο, και όχι μόνο εκείνοι που ασχολούνται με την επιστήμη, έχουν την εξυπνάδα να προσεγγίζουν πολύπλοκα δέματα, ακό­μη και όταν οι ειδικοί είναι αβέβαιοι» δήλωσαν οι ερευνητές. Ακόμη και όταν οι δύο ομάδες πήραν διαφορετικές αποφά­σεις, πρόσθεσε ο Doble, οι διαφορές «έδειχναν να προέρχονται όχι από την επιστημονική κατανόηση αλλά από το διαφορε­τικό τρόπο που επηρεάζουν οι αξίες την κρίση τους». Παρα­δείγματος χάρη, οι επιστήμονες «κατανόησαν πολύ καλά πως η πυρηνική ενέργεια δεν συμβάλλει στο πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη και ένιωσαν πως η χώρα χρειάζεται να χτίσει νέα πυρηνικά εργοστάσια. Το 68% των επιστημόνων το υποστήριξαν». Αντίθετα, το 36% των μη επιστημόνων πιστεύ­ουν πως πρέπει να κατασκευαστούν περισσότερα πυρηνικά εργοστάσια αλλά «στην ομάδα συζήτησης, όταν συζητούσαν για το θέμα, φάνηκε πως οι ανησυχίες τους δεν ήταν τεχνικής φύσης αλλά διοικητικής... Δεν εμπιστεύονταν τις εταιρείες ενέργειας, τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, τις κυβερνητι­κές ρυθμίσεις, τις επιτροπές που τα επέβλεπαν όλ' αυτά, δεν εμπιστεύονταν αυτές τις ομάδες για να διαχειριστούν ασφαλώς αυτή την τεχνολογία». Με άλλα λόγια, καταλάβαιναν αρκετά καλά τα τεχνικά θέματα, αλλά για το κοινό αυτά δεν ήταν τα σημαντικότερα।



Δεν υπάρχουν σχόλια: