Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

«Αποσπάσματα από το βιβλίο “Εξομολογήσεις ενός διεφθαρμένου τραπεζίτη”»


Το έχω γράψει και για άλλα βιβλία, από τα οποία έχω αντλήσει και παραθέσει σύντομα αποσπάσματα: Μην αρκεστείτε σε αυτά καθώς, ελάχιστα γαρ, δεν μπορούν, να αποδώσουν το όλο περιεχόμενο των βιβλίων. Αυτό ισχύει και για το συγκεκριμένο βιβλίο! Αναζητείστε το, λοιπόν, προμηθευτείτε το και διαβάστε το!


Αποσπάσματα από το βιβλίο [ενός τραπεζίτη, διευθυντικού στελέχους μίας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Γαλλίας, που υπο-γράφει με το ψευδώνυμο “Κροίσος”] “Εξομολογήσεις ενός διεφθαρμένου τραπεζίτη” που, σε μετάφραση Μαρίας Μαλαφέκα & Μάκη Μαλαφέκα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος


«Με τις τράπεζες όλου του κόσμου να τους κορτάρουν, οι μικρές μας μεγαλοφυΐες έπαιρναν τους εαυτούς τους για αλχημιστές ικανούς να μετατρέψουν σε χρυσό το περιεχόμενο των σκουπιδοτενεκέδων μας. Μαγεία κορεσμένη με μαθηματικά. Με διάφορους τύπους και εξισώσεις, η τιτλοποίηση επέτρεπε την αποφυγή των τρομαχτικών κινδύνων… για να τους μετατρέψουν τελικά σε κέρδος. Η διαδικασία ήταν αρκετά απλή: στην αρχή περνούσαμε στους κατασκευαστές δομημένων ανεξόφλητα ή πιστώσεις υψηλού κινδύνου. Στη συνέχεια, οι τύποι που πουλούσαν τη σαβούρα μας έπνιγαν αυτά τα προϊόντα που δεν μπορούσαν να τακτοποιηθούν πουθενά, μέσα σε κάθε είδους ρευστοποιήσιμα προϊόντα με δύο στόχους: πρώτον, να περάσουν τον κίνδυνο από την Τράπεζα στο Χρηματιστήριο, όπως θα ξεφορτωνόμασταν έναν ανεπιθύμητο βαλέ μπαστούνι, και, δεύτερον, να καθαρίσουν οι ισολογισμοί μας, καθώς οι απαιτήσεις που δεν μπορούσαν να πουληθούν εξαφανίζονταν από το παθητικό για να επανεμφανιστούν, ως διά μαγείας, στη στήλη των ενεργητικών» [σελ. 45 παρ.2-3]

«“Μόχλευση”. Αν έχω οχτώ ευρώ, μπορώ να δανείσω εκατό. Αυτή είναι η αρχή, που ελέγχει η Ευρώπη, η οποία επιβλέπει τους κανόνες σύνεσης και ελέγχει –πολύ τακτικά- αν τα ίδια κεφάλαια που είναι δεσμευμένα από τις Τράπεζες είναι ανάλογα του επιπέδου διακινδύνευσης. Ευτυχώς, αυτή η περίφημη τιτλοποίηση έσωσε την επένδυσή μας προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να παρακάμψουμε όλες τις εντελώς άχρηστες διατάξεις! Αφού τα δάνεια εξαφανίζονταν από τους ισολογισμούς μας χάρη σ’ αυτά τα εξωτικά προϊόντα, τα ίδια τα κεφάλαιά μας παρέμεναν άθικτα. Είχαμε, λοιπόν, νόμιμα τη δυνατότητα να δανείζουμε περισσότερα. Μέχρι πεντακόσια, ακόμα και περισσότερο, για τα οχτώ ευρώ που κρατούσαμε στο ταμείο! Η “μόχλευση”, παραδούλεψε καλά. Μέχρι τη στιγμή που ο μοχλός μετατράπηκε σε ρόπαλο και μας ήρθε ο ουρανός σφοντύλι» [σελ. 46 παρ.1-2]

«Ένα αστείο μου ήρθε στο μυαλό. Πώς μπορείς ν’ αποκτήσεις μια μικρή περιουσία; Απάντηση: να έχεις μια μεγάλη και να την εμπιστευτείς σ’ έναν Ελβετό τραπεζίτη!» [σελ. 101 μέση]

«Είκοσι χρόνια ανάπτυξης και μπόνους μας είχαν, σε τελική ανάλυση, αφαιρέσει κάθε διορατικότητα. Μήνες τώρα, κάθε φορά που προσπαθούσα να βάλω φρένο στα παραληρηματικά μας σχέδια, είχα την αίσθηση πως ήμουν ο γκρινιάρης της υπηρεσίας, ο λογιστής που παίζει λιγάκι στην αυλή των μεγάλων. Είχα, επίσης, την εντύπωση πως ήμουν ο συγκυβερνήτης ενός αεροσκάφους του οποίου τα χειριστήρια είχαν πάψει να λειτουργούν. Όσο για τον πιλότο, εντελώς μαστουρωμένος, δεν ήταν σε θέση να προσγειώσει το αεροπλάνο! Είχαμε αλλάξει επάγγελμα, χωρίς όμως να προειδοποιήσουμε κανέναν. Ούτε υπουργούς ούτε πελάτες. Είχαμε αφήσει το μαγαζί ανοιχτό και η πώληση συνεχιζόταν, ενώ, στην πραγματικότητα, πηγαίναμε και τα παίζαμε όλα στο διπλανό καζίνο. Κάθε φορά που χάναμε διπλασιάζαμε τη μίζα. Ήμαστε πάντοτε πεπεισμένοι πως θα ρεφάραμε. Το να καθυστερήσουμε τη στιγμή που θα σταματούσαμε το παιχνίδι μας είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ο κανόνας ήταν πάντοτε ο ίδιος: να ανβάλουμε την ώρα της αλήθειας για την επόμενη χρονιά, αφού οι κανόνες απόσβεσης και προμηθειών μας το επέτρεπαν» [σελ. 103 όλη – 104 αρχή]

«Μήπως υπήρχαν πουθενά κυρώσεις; Μήπως έπρεπε να λογοδοτούμε; Και σε ποιον, άλλωστε; Στα διοικητικά μας συμβούλια; Πλάκα θα είχε! Στο κράτος; Σκέτη υποκρισία! Οι “φίλοι” της οικονομικής επιθεώρησης δε μας ενοχλούσαν, είναι το λιγότερο που μπορούμε να πούμε. Στα ΜΜΕ; Δε μας έκαναν και πολλές ερωτήσεις και έπαιρναν τοις μετρητοίς τα πιο ξεδιάντροπα ανακοινωθέντα μας. Οι τραπεζίτες όλου του κόσμου πραγματοποιούσαν σε πλήρη ατιμωρησία την κλοπή του αιώνα. Και ποιος είχε προσπαθήσει να τους –να μας- σταματήσει; Κανείς!» [σελ. 105-106]

«Πόσοι και πόσοι ανίκανοι ανάμεσα σ’ αυτούς τους υποτιθέμενους ηγέτες! Πρόβατα μεταμφιεσμένα σε καρχαρίες, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούσαν, στο Παρίσι όπως και στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο ή στο Μιλάνο, μια κάστα που είχε καταφέρει αυτόν τον άθλο: ποτέ μια συλλογική επιχείρηση ληστείας δεν είχε διεξαχθεί με τόση ψυχραιμία και στεφθεί με τόσο μεγάλη επιτυχία,. Ποτέ ηγέτες δε λογοδότησαν λιγότερο. Ποτέ, στην Ιστορία, μια ομάδα δεν πλούτισε τόσο γρήγορα αφήνοντας πίσω της τέτοιο όγκο ερειπίων. Στην πραγματικότητα, είχαμε γνωρίσει παρόμοια εμπειρία σε μία και μόνο χώρα: εκείνη που άλλοτε ονομαζόταν Σοβιετική Ένωση» [σελ. 109 παρ.2]

«Όλες οι τράπεζες γνώριζαν αρκετά καλά αυτή την τέχνη η οποία συνίσταται στο να κάνουν λογιστικές επιλογές που να είναι, επίσης, αποδεκτές από επικοινωνιακή σκοπιά. Μεταξύ μας, την αποκαλούσαμε “σύσκεψη καδραρίσματος”. Η στοιχειώδης εντιμότητα θα έπρεπε να μας παρακινήσει να τη λέμε “σύσκεψη περιτυλίγματος”. Ή “μακιγιαρίσματος”. Είχαμε όμως ακόμα εντελώς ήσυχη τη συνείδησή μας, κι αν είχα χρησιμοποιήσει ένα τόσο χυδαίο λεξιλόγιο, θα μου είχαν ζητήσει ευγενικά να βγω έξω, καλυμμένος με φτερά και με πίσσα… όπως οι χαρτοκλέφτες στα άλμπουμ του Λούκι Λουκ!» [σελ. 136 παρ.2]

«Η Τράπεζα, όπως και οι ανταγωνιστές της, πόνταρε όπως γίνεται σε μια παρτίδα πόκερ. Και όταν έχανε, πράγμα που συνέβαινε τις περισσότερες φορές, προσπαθούσε να ρεφάρει διπλασιάζοντας τη μίζα. Το σύστημα εκτροχιαζόταν τελείως, ξεφεύγοντας μάλιστα ακόμα και από οποιαδήποτε επίφαση ελέγχου» [σελ. 143 παρ.1]

«Ο κόσμος αυτός ήταν βάναυσος: πίσω από τους καλούς τρόπους, λάτρευαν τα πισώπλατα χτυπήματα. Μου είχε πάρει λίγο χρόνο μέχρι να καταλάβω τι ακριβώς ήταν μια τράπεζα επενδύσεων. Ήταν ακριβώς το αντίθετο μιας εμπορικής τράπεζας, όπως η δική μας. Στην πραγματικότητα, αυτός ο μικρόκοσμος, που έβριθε από δολοπλοκίες, στέγαζε γενικά ένα είδος συμμορίας διεστραμμένων που βρίσκονταν σε διαρκή ανταγωνισμό. Ο στόχος ήταν να συνδυάσουν με κάθε τίμημα επιχειρήσεις και να κερδοσκοπούν σε οτιδήποτε –μετοχές, ομόλογα, ακίνητα, χρυσό, πρώτες ύλες… Οι συνάδελφοί μου αυτών των τρομερών ιδιωτικών αμερικανικών τραπεζών ξεπερνούσαν Την Τράπεζα σ’ ένα ακόμα σημείο: καθώς δεν ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, κατάφερναν να μη λογοδοτούν σε κανέναν. Ωραίο παιχνίδι! Κατά βάθος, οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους μισούσαν ο ένας τον άλλον. Η πάλη ανάμεσα στις τεστοστερόνες είναι διαρκής, και σ’ αυτά τα υψηλά επίπεδα, η μάχη ανάμεσα στα εγώ κορυφώνεται» [σελ. 168 – 169 παρ.2]

«Άρχιζα να αντιλαμβάνομαι τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα που θα μου επέτρεπαν να ξαφρίσω την επιχείρηση. Ήθελα να επωφεληθώ από ένα swap συναλλάγματος, αυτά τα συμβόλαια σε δύο μέρη που επιτρέπουν το δανεισμό σε ένα νόμισμα και την εξόφλησή του σε ένα άλλο, ποντάροντας στη διακύμανση της αξίας των νομισμάτων. Χάρη σ’ αυτό το μέσο, Η Τράπεζα ανταλλάσσει χρήματα προς ένα προσυμφωνημένο ποσό, σε ένα συγκεκριμένο νόμισμα, και για προκαθορισμένο επιτόκιο και διάρκεια. Όταν επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον, αυτό το παιχνιδάκι μεταξύ τραπεζών μπορεί να αποφέρει τεράστια κέρδη, καθώς και ζημιές. Καθημερινά, δεκάδες, έως και εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, ευρώ ή γιεν, ανταλλάσσονται από τη μια άκρη του πλανήτη στην άλλη. Πρόκειται για ένα γιγαντιαίο καζίνο, προσβάσιμο στον οποιοδήποτε απλό trader» [σελ. 188 β’ μισό]

«Ο εκπρόσωπος της Lehman Brothers είχε ανακοινώσει ότι η Τράπεζα ζητούσε να τεθεί κάτω από την προστασία του νόμου για τις χρεοκοπίες, “ώστε να προστατεύσει τα ενεργητικά της και να μεγιστοποιήσει την αξία της”. Ωραίος ευφημισμός! Οι τραπεζίτες είναι σαν τους γιατρούς: κρύβουν τις αποτυχίες τους πίσω από μια επιτηδευμένη όσο και δυσνόητη γλώσσα. Ακούγοντάς τους να μιλούν, λες πως τελικά όλοι πεθαίνουμε θεραπευμένοι… Λες και η Lehman μπορούσε ακόμα να “μεγιστοποιήσει” την αξία της! Στην αίτηση κήρυξης πτώχευσης φαινόταν ότι οι λογαριασμοί της ήταν γεμάτοι τρύπες και ύποπτες πιστώσεις» [σελ. 224 μέση]

«Η μετοχή της Lehman συνέχισε την πτώση της εκτός διαπραγμάτευσης χρηματιστηρίου, για να βουλιάξει στα 21 σεντς, σημείωσε, δηλαδή, κατακόρυφη πτώση κατά 94%. Ορισμένοι δημοσιογράφοι θα θυμούνται ίσως πως έναν χρόνο νωρίτερα το περιοδικό Fortune είχε απονείμει σ’ αυτό το διάσημο ίδρυμα τον τίτλο της “τράπεζας επενδύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών που προκαλούσε το μεγαλύτερο θαυμασμό”. Εκείνο το βράδυ της Δευτέρας 15 Σεπτεμβρίου του 2008, το σάβανό της ήταν έτοιμο. Και οι traders σε ολόκληρο τον κόσμο, γραπωμένοι πάνω στους υπολογιστές τους, έκλαιγαν με μαύρο δάκρυ για το τέλος ενός κόσμου» [σελ. 228 β’ μισό]

«Διαβάζουμε παντού πως αυτή η κρίση έχει και την καλή της πλευρά: θα βάλει τέλος στις υπερβολές, στις τρελές αμοιβές, στα πριμ αποτυχίας, θα επινοήσουμε έναν νέο καπιταλισμό, οι διευθύνοντες σύμβουλοι θα γίνουν (επιτέλους!) υπεύθυνοι και οι traders (μα ναι!) θα ηρεμήσουν. Και πως η εποχή της τρελής κερδοσκοπίας ανήκε στο παρελθόν. Τι, όμως, συνέβη στην πραγματικότητα τους τελευταίους οχτώ μήνες; Οι τραπεζίτες –έστω, οι διευθυντές των Τραπεζών- μήπως τώρα πια ευθύνονται διά της προσωπικής τους περιουσίας, όπως γινόταν άλλοτε στους μεγάλους οίκους; Όχι. Οι φορολογικοί παράδεισοι εξακολουθούν, άραγε, να είναι ανθηροί; Συγκεντρώνουν ακόμα τα ταμεία των περισσότερων εν ενεργεία πολυεθνικών και το χρήμα των μεγάλων περιουσιών του κόσμου; Ακόμα κι αν αναγκαστούν να κάνουν κάποιες υποχωρήσεις, η απάντηση είναι: ναι. Μήπως εγκαταλείφθηκαν οι θαυματουργές κρυψώνες που συνιστά ο κυκεώνας των λογαριασμών ενός ισολογισμού; Αυτά τα λογιστικά σπήλαια στα οποία δεν έχουν πρόσβαση οι κοινοί θνητοί –αποταμιευτές, δημοσιογράφοι ή ακόμα και οικονομικοί αναλυτές- υπάρχουν ακόμα; Ναι. Οι τραπεζίτες είχαν την ευπρέπεια να επιστρέψουν τα χρήματα; Να εγκαταλείψουν τα εξωφρενικά τους μπόνους; Τα χρυσά τους αλεξίπτωτα; Όχι, όχι, και πάλι όχι. Και η διαφάνεια των λογαριασμών, βελτιώθηκε στ’ αλήθεια; Υιοθετήθηκαν πιο αυστηροί κανόνες για τη χρηματοοικονομική επικοινωνία; Σε καμιά περίπτωση. Τι έκαναν οι υπουργοί Οικονομικών και οι αρχηγοί κρατών που συγκεντρώνονται όλο και πιο συχνά –τελευταία μάλιστα στο Λονδίνο –για να καλύψουν την αδυναμία τους; Τίποτα. Ή ελάχιστα πράγματα. Πρέπει να κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάφατσα: ναι, αυτού του είδους οι τραπεζίτες, όπως ήμουν κι εγώ, είναι διεφθαρμένοι. Ναι, μπουκώθηκαν επί είκοσι χρόνια, και ακόμα, ναι, πιστεύουν πως το γλέντι θα ξαναρχίσει σύντομα. Κανείς δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει την αυτορρύθμιση। Εξάλλου, η αδιαφάνεια είναι για αυτούς ένα ανακαλαστικό και συνάμα ένας τρόπος ζωής. Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά κρίσιμη, δεν υπάρχει πλέον εμπιστοσύνη στις αγορές. Οι κανόνες στον χρηματοοικονομικό τομέα πρέπει τώρα να αλλάξουν. Αλλά αυτοί δε θέλουν ούτε να τ’ ακούν. Άρα, η κρίση θα παραταθεί. Όχι για οχτώ μήνες, όπως μπορεί να φαντάστηκαν αρχικά ορισμένοι ζάπλουτοι, αλλά μάλλον για ένα χρόνο, ίσως δύο. Τουλάχιστον» [σελ. 232 όλη & 233 α’ μισό]



Δεν υπάρχουν σχόλια: