“Eagle” γιατί;
Διότι ο αετός πετάει στον αέρα, ελεύθερος και δυνατός... και σύμβολο πνευματικότητας
[βλ. περισσότερα στην πρώτη μου ανάρτηση "ΦόροςTιμής" (http://eaglestefanos.blogspot.com/2007/10/blog-post.html).
Ναι, αλλά γιατί “Eagle” και όχι “Αετός”; H απάντηση στην ανάρτησή μου (στο άλλο ιστολόγιό μου) “Αποκαλύπτω…” (http://seagullstefanos.blogspot.com/2008/03/seagull-eagle.html)
Πριν από είκοσι ημέρες, στις 17.6.2011, ένα νέο ιστολόγιο, με το όνομα “Τα λευκά δεν είναι άκυρα” ανέτειλε στην μπλογκόσφαιρα. Πρώτη (και μοναδική μέχρι σήμερα) ανάρτησή του ήταν το…
Μανιφέστο υπέρ των λευκών ψηφοδελτίων
Αγαπητοί φίλοι και συμπολίτες
Είναι γνωστό σε όλους ότι κατά τη διαλογή των ψήφων, μετά από κάθε εκλογική διαδικασία, αρχικώς, κατά το άνοιγμα των φακέλων μετά την εξαγωγή τους από την κάλπη, αριθμούνται χωριστά οι λευκές και χωριστά οι άκυρες ψήφοι. Στη συνέχεια, όμως, όπως επίσης όλοι γνωρίζουμε, λευκές και άκυροι ψήφοι προστίθενται και το άθροισμά τους αφαιρείται από τον συνολικό αριθμό των ψηφισάντων, ώστε να προκύψει ο αριθμός των "έγκυρων" ψήφων, αυτών δηλαδή που, τελικώς, έχουν, πρακτικά, "αξία" και βαρύτητα. Προκύπτει σαφώς, λοιπόν, ότι κατ’ ουσίαν τα λευκά ψηφοδέλτια εξισώνονται – εξομοιώνονται με τα άκυρα ψηφοδέλτια.
Αυτή η πρακτική, την οποία έχουμε ως πολίτες σιωπηρά αποδεχθεί με την απουσία αντίδρασης μας, δεν είναι απλά λανθασμένη. Είναι και αντιδημοκρατική. Και εξηγούμαστε.
Κάποιοι πολίτες ψηφίζουν το ψηφοδέλτιο συγκεκριμένων κομμάτων είτε επειδή συντάσσονται αναφανδόν υπέρ τους είτε επιλέγοντάς τα με βάση την αρχή "το μη χείρον βέλτιστον".
Κάποιοι άλλοι πολίτες εκφράζουν τη δυσαρέσκεια και αποδοκιμασία τους "ακυρώνοντας" συνειδητά τα ψηφοδέλτια. (Η περίπτωση των ακουσίως άκυρων ψηφοδελτίων είναι σαφώς διαφορετική και δεν μας απασχολεί εδώ).
Τέλος, κάποιοι άλλοι πολίτες αποφασίζουν, συνειδητά, "να ρίξουν λευκό". Οι πολίτες αυτοί δεν θέλουν να θεωρηθεί άκυρη η ψήφος τους [άλλωστε, το γεγονός ότι το λευκό ψηφοδέλτιο τους δίδεται, μαζί με τα ψηφοδέλτια των κομμάτων, από την εφορευτική επιτροπή, σημαίνει εξ ορισμού πως και η επιλογή του λευκού λογίζεται ως μία έγκυρη έκφραση γνώμης!] Σε διαφορετική περίπτωση θα ακύρωναν, εξίσου συνειδητά, τα ψηφοδέλτια. Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένοι πολίτες, επιλέγοντας το λευκό ψηφοδέλτιο, θέλουν να στείλουν κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα προς τους υποψηφίους βουλευτές ή/και τα κόμματα, ότι δηλαδή τους απορρίπτουν όλους για τις πολιτικές επιλογές ή για τις συμπεριφορές τους, για την κούφια γλώσσα τους, για την ανικανότητά τους στην αντιμετώπιση των προβλημάτων ολόκληρης της χώρας ή της συγκεκριμένης εκλογικής περιφέρειας, για την ανάμειξή τους σε σκάνδαλα κ.λπ.
Οι εκλογείς αυτοί δεν είναι, βέβαια, και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν "μη ενεργοί" ή "μη συνειδητοποιημένοι" πολίτες. Εάν ήταν τέτοιοι, άλλωστε, προφανώς δεν θα έμπαιναν καν στον κόπο να πάνε να ψηφίσουν, αλλά θα επέλεγαν να κάνουν κάτι άλλο, για παράδειγμα… να πάνε εκδρομή, για μπάνιο κλπ...
Ηεξομοίωση, λοιπόν, των λευκών ψηφοδελτίων με τα άκυρα και ο μη καταλογισμός των λευκών στις έγκυρες ψήφους είναι μία πράξη βαθύτατα αντιδημοκρατική, γιατίπεριφρονεί τους πολίτες που θεωρούν ότι κανένα κόμμα δεν είναι άξιο ή ικανό να κυβερνήσει, ή έστω να επιβραβευθεί με την ψήφο τους.
Όταν η Ελληνική πολιτεία καταχωρίζει τα ψηφοδέλτια υπέρ του Α ή Β ή Γ κλπ. κόμματος στα έγκυρα (εφ' όσον έχουν τις προϋποθέσεις εγκυρότητας), το κάνει βασιζόμενη στη δημοκρατική αρχή του σεβασμού της γνώμης των πολιτών και του δικαιώματος των να εγκρίνουν και να απορρίπτουν τα διάφορα κόμματα. Οι πολίτες που ρίχνουν "λευκό", απορρίπτοντας όλα τα κόμματα, έχουν και αυτοί το δικαίωμα, με βάση τη δημοκρατική αρχή της ισοπολιτείας, να γίνει σεβαστή η απόφαση τους και να "μετρήσει" η ψήφος τους, καταχωριζόμενη στα έγκυρα ψηφοδέλτια και έχοντας επίδραση στο εκλογικό αποτέλεσμα και την εξ αυτού απορρέουσα σύνθεση του κοινοβουλίου .
Επιπλέον, η τρέχουσα πρακτική έχει μια σημαντική παρενέργεια για την πολιτική ζωή του τόπου. Η γνώση ότι η λευκή ψήφος ουσιαστικά ακυρώνεται και δεν λαμβάνεται υπ’ όψη για το εκλογικό αποτέλεσμα, εξωθεί τους δυσαρεστημένους πολίτες στην αποχή από τις εκλογές και στην αποπολιτικοποίηση τους. Η απομάκρυνση των πολιτών από την εκλογική διαδικασία, θεμελιώδη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, συνιστά αυτονόητα υποβάθμιση και διάβρωση της δημοκρατίας.
Για τους παραπάνω λόγους, και προς αποκατάσταση των δημοκρατικών αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας, προτείνουμε τα εξής:
1.Οι λευκές ψήφοι να λογίζονται ως έγκυρες.
2.Από το σύνολο των βουλευτικών εδρών να αφαιρούνται τόσες έδρες, όσες θα καταλάμβανε ένα κόμμα με εκλογικό ποσοστό ίσο με αυτό των λευκών ψηφοδελτίων, με βάση τον εκάστοτε ισχύοντα εκλογικό νόμο.
π.χ. Έστω ότι το ποσοστό των λευκών ψηφοδελτίων στις εκλογές είναι 5% . Εάν με βάση τον εκλογικό νόμο ένα κόμμα με ποσοστό 5% θα έβγαζε, έστω, 15 βουλευτές, τότε η Βουλή που προκύπτει στο συγκεκριμένο παράδειγμα πρέπει να έχει 300-15=285 βουλευτές. Οι εκλογικές περιφέρειες, από τις οποίες θα αφαιρεθούν οι 15 έδρες επιλέγονται, πάλι, με βάση τα ποσοστά των λευκών στις διάφορες εκλογικές περιφέρειες και τις διατάξεις του εκλογικού νόμου για την κατανομή των εδρών.
Αγαπητοί φίλοι και συμπολίτες
Η πατρίδα μας βρίσκεται σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της και, πέρα από την αδιαμφισβήτητα πρωταρχική και τεράστια ευθύνη που φέρνουν γι’ αυτό οι εξαχρειωμένοι και ανίκανοι πολιτικοί μας, ίσως φταίμε και εμείς που απεμπολήσαμε το δικαίωμα και την υποχρέωση να είμαστε ενεργοί πολίτες, περιοριζόμενοι, για δεκαετίες, να φροντίζουμε αποκλειστικώς τα του οίκου μας. Αναμφισβήτητα η αναγνώριση των λευκών ψηφοδελτίων καθεαυτή, δεν θα λύσει τα προβλήματα του τόπου. Πιστεύουμε, όμως, ότι είναι ένα σημαντικό βήμα αναβάθμισης της δημοκρατίας στη χώρα που τη γέννησε, που θα ενδυναμώσει την ισχύ των πολιτών και θα τους δώσει τη δυνατότητα να στέλνουν ηχηρά μηνύματα αποδοκιμασίας στους πολιτικούς, όταν χρειάζεται.
Εναλλακτικά, μπορείτε να επισκεφθείτε τη διεύθυνση https://rapidshare.com/files/1794345087/leyka.pdf, να πατήστε στο γκρι πλαίσιο “freedownload” που βρίσκεται δεξιά στη μέση, να αναμείνετε 10’’ και στη συνέχεια, ξαναπατώντας το ίδιο πλαίσιο (που πλέον έχει γίνει πράσινο και γράφει “downloadnow”), να κατεβάσετε το κείμενο του αιτήματος, υπό μορφή pdf, να το εκτυπώσετε και να το διακινήσετε σε συγγενείς, φίλους και γνωστούς για συλλογή υπογραφών, στο τέλος δε να το ταχυδρομήσετε στην Τ.Θ.3239, Αθήνα 10210.-
Λυπάμαι, αλλά δεν θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι δική μου υπόθεση. Δεν θέλω ούτε να βασιλέψω, ούτε να κατακτήσω. Θέλω να βοηθήσω όλο τον κόσμο. Εβραίους, χριστιανούς, μαύρους, λευκούς. Ολοι επιθυμούμε την αλληλεγγύη. Να ζούμε με την ευτυχία των άλλων, και όχι με τη δυστυχία τους. Δεν θέλουμε ούτε να μισούμε, ούτε να περιφρονούμε.
Υπάρχει χώρος για τον καθένα. Η Γη είναι πλούσια και μπορεί να θρέψει όλο τον κόσμο. Η ζωή μπορεί να είναι ελεύθερη κι ωραία, αλλά χάσαμε αυτό το μονοπάτι. Η πλεονεξία δηλητηρίασε τις ψυχές, ανύψωσε τους φραγμούς του μίσους, μας έχει καταδικάσει στη δυστυχία και στη σφαγή. Ορίζουμε την ταχύτητα, αλλά κλεινόμαστε στον εαυτό μας. Η εκμηχάνιση μας κάνει εξαρτώμενους απο αυτήν. Η επιστήμη μας έκανε κυνικούς και άξεστους.
Σκεφτόμαστε πολύ, αισθανόμαστε ελάχιστα. Περισσότερο κι απο τις μηχανές, χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Πιο πολύ απο την επιδεξιότητα, χρειαζόμαστε την καλοσύνη. Χωρίς αυτές τις αρετές, η βία θα κυριαρχήσει στη ζωή. Το αεροπλάνο και το ραδιόφωνο μας έφεραν κοντά. Η φύση αυτών των εφευρέσεων αξιώνει την καλοσύνη και την παγκόσμια αδελφοσύνη.
Αυτή τη στιγμή, η φωνή μου φτάνει στα αυτιά εκατομμυρίων ανθρώπων, απελπισμένων γυναικών, παιδιών, που είναι θύματα ενός συστήματος που ξέρει μόνο να βασανίζει και να φυλακίζει αθώους ανθρώπους. Σε αυτούς που με ακούνε, λέω: Μην απελπίζεστε. Η τωρινή μας δυστυχία προήλθε από την πλεονεξία και τη σκληρότητα εκείνων που φοβούνται την πρόοδο του ανθρώπου. Το μίσος θα περάσει, οι δικτάτορες θα πεθάνουν, και η δύναμη που αφαίρεσαν από το λαό θα επιστρέψει σε αυτόν ξανά. Οσο οι άνθρωποι θα πεθαίνουν, η ελευθερία δεν θα κινδυνέψει.
Στρατιώτες! Μην υπακούτε στους αγροίκους, που σας περιφρονούν και σας δυναστεύουν, που υπαγορεύουν τις πράξεις και τις σκέψεις σας! Που σας μεταμορφώνουν σε κοπάδι, σε κρέας για τα κανόνια. Μην υποχωρείτε μπροστά σε αυτά τα εκφυλισμένα όντα, στους εγκέφαλους και τις καρδιές των μηχανών! Δεν είστε ούτε μηχανές, ούτε κοπάδι, είστε άνθρωποι! Φέρτε την αγάπη μέσα στις καρδιές σας και όχι το μίσος! Μόνο οι εκφυλισμένοι μισούν!
Στρατιώτες! Μην αγωνίζεστε για τη σκλαβιά, αγωνιστείτε για την ελευθερία! Ο άγιος Λουκάς γράφει: «το βασίλειο του Θεού είναι μέσα στον άνθρωπο». Οχι σε έναν άνθρωπο, όχι σε μια ομάδα ανθρώπων, αλλά σε όλους τους ανθρώπους! Σε εσάς! Εσείς είστε ο λαός που έχει τη δύναμη, να δημιουργεί τις μηχανές, να δημιουργεί την ευτυχία! Εσείς ο λαός, έχετε τη δύναμη να εμπνεύσετε μια όμορφη κι ελεύθερη ζωή, να κάνετε αυτή τη ζωή μια υπέροχη περιπέτεια!
Στο όνομα της δημοκρατίας, ας χρησιμοποιήσουμε αυτή τη δύναμη για να ενωθούμε! Να αγωνιστούμε για ένα καινούργιο κόσμο, με ευκαιρίες και δουλειά για όλους, μέλλον για τους νέους, ασφάλεια για τους ηλικιωμένους.
Με αυτή την υπόσχεση, οι αγροίκοι πήραν την εξουσία. Είπαν ψέμματα! Δεν κράτησαν το λόγο τους! Οι δικτάτορες ελευθερώνουν τον εαυτό τους, αλλά υποδουλώνουν το λαό. Ο αγώνας μας είναι να κάνουμε πράξη αυτές τις υποσχέσεις!
Να ελευθερώσουμε το λαό, να σπάσουμε τους εθνικούς φραγμούς, να καταργήσουμε την πλεονεξία, το μίσος και τη μισαλλοδοξία. Να αγωνιστούμε για ένα κόσμο δικαίου, όπου η επιστήμη και η πρόοδος θα φέρουν ευτυχία σε όλους! Στρατιώτες! Στο όνομα της δημοκρατίας, ας ενωθούμε!
Το γράφω, για άλλη μια φορά, όπως έχω κάνει όποτε παραθέτω αποσπάσματα από κάποια βιβλία: Μην αρκείστε στα σύντομα αποσπάσματα που εγώ επέλεξα και παραθέτω ως… “ορεκτικό”, για να ανοίξει η όρεξη στους αναγνώστες!... Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για το συγκεκριμένο βιβλίο, ένα από τα (ας μου επιτραπεί!) ιδιαιτέρως αγαπημένα μου। Αναζητείστε το, λοιπόν (έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις “Κάκτος”, σε μετάφραση Ρένας Καρακατσάνη), προμηθευτείτε το και διαβάστε το!
“Ο θάνατος των Κλασικών Σπουδών σημαίνει πολύ περισσότερα από την αναπόφευκτη ενδόρρηξη ενός παραδοσιακού ακαδημαϊκού τομέα, πολύ περισσότερα απ’ ό,τι η εξαφάνιση ενός ακόμα βιβλιόσαυρου εδώ κι εκεί. Εδώ δεν μιλάμε για τον θάνατο των Σπουδών Ελεύθερου Χρόνου, Χειρισμού Ψυχαγωγίας ή Εκπαιδευτικής Φιλοσοφίας. Γιατί άρρηκτα δεμένα με αυτή τη βυθιζόμενη γραφειοκρατία που ονομάζεται Κλασικές Σπουδές, είναι οι ιδέες, οι αξίες, το όραμα της κλασικής Ελλάδας και της Ρώμης –ο ‘Όμηρός’ μας. Πρόκειται για τις ιδέες και τις αξίες που έχουν διαμορφώσει και εξευγενίσει ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό, ένα όραμα ζωής που –τι ειρωνεία!- δέχεται και μεγαλύτερη επίθεση εδώ στη Δύση, καθώς η μεταλλαγμένη μορφή του κάνει μετάσταση από τη μιαν άκρη της υδρογείου μέχρι την άλλη. Οι κλασικιστές αισθάνονται ότι η Δύση τους καταρρέει, ακριβώς τη στιγμή που τα άλλα δισεκατομμύρια ανθρώπων στην υφήλιο θα προσέβλεπαν σ' αυτούς για να την καταλάβουν. Εξετάζοντας το ποιος σκότωσε τον Όμηρο, ελπίζουμε να καταδείξουμε ότι η άγνοια γύρω από την ελληνική σοφία πρέπει να είναι ζωτικού ενδιαφέροντος, όχι επειδή η Δύση πεθαίνει, αλλά επειδή, αντίθετα, οι θεσμοί και ο υλικός πολιτισμός της κατακλύζουν πλέον τον κόσμο. Η ελεύθερη αγορά, η δημοκρατία, η στρατιωτική δυναμοκρατία, η τεχνολογία, η ελευθερία λόγου και η ατομικότητα, καλώς ή κακώς, είναι ό,τι επιθυμούν οι περισσότεροι σε τούτη τη γη. Όλα αυτά όμως άρχισαν με τους Έλληνες και μόνο με τους Έλληνες. Ωστόσο, είναι ανόητο και επικίνδυνο να ενστερνιστεί κανείς αυτές τις συμβάσεις της Δύσης, χωρίς να κατανοήσει ότι όλο αυτό το δυναμικό έπρεπε να παρακολουθείται και να περιορίζεται από πλήθος ολόκληρο πολιτιστικώνπρωτοκόλλων, που ποίκιλαν από την ευθύνη του πολίτη, τη φιλανθρωπία και την έννοια της κοινότητας μέχρι μια κοσμοθεωρία που είναι μάλλον απόλυτη καιτραγική -όχι σχετική, όχι θεραπευτική, όχι γλυκιά. Η απώλεια της ελληνικής σοφίας, ακόμη και τη στιγμή που η υλική κληρονομιά της σαρώνει τον πλανήτη, αποτελεί τραγική εξέλιξη είναι μια ιστορία διαφθοράς γεμάτη ειρωνεία. Οι Έλληνες μας έδωσαν τα εργαλεία να βελτιώσουμε τον υλικό κόσμο, αλλά και το κουράγιο και την ενόραση να παρακολουθούμε στενά και να κριτικάρουμε αυτό τον συχνά τρομακτικό δυναμισμό. Εμείς ενστερνιστήκαμε τα πρώτα, αλλά αγνοήσαμε τα δεύτερα. Οι Κλασικές Σπουδές, η δεξαμενή και των δύο ελληνικών παραδόσεων, τάχθηκαν υπέρτης πρώτης και αγνόησαν τη δεύτερη, κι έτσι έγιναν υλιστικές και καριερίστικες, αλλά όχι πια ελληνικές” [σελ. 20-21 όλη]
“Η βαθιά γνώση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αποτέλεσε τη βάση του εκπολιτισμoύ για τους ίδιους τους Έλληνες -ο Όμηρος ήταν ηΕλλάδος παίδευσις, η πoίηση του “το Βιβλίο”. Στην αρχαία Ελλάδα όμως δεν υπήρξαν ποτέ ιερές αγελάδες ή ιερά κείμενα. Η πρώτη ισχυρή πρόκληση στο oμηρικό πρωτείο ήρθε τέσσερις αιώνες αργότερα από τον φιλόσοφο Πλάτωνα που εξέβαλε τη μελέτη του Oμληρoυ και των τραγωδών από την ιδανική πολιτεία του, επισημαίνοντας ότι (πλέον κάπoιων άλλων μεταφυσικών αντιρρήσεων) αυτές οι ιστoρίες παρουσίαζαν ψευδείς και μη υγιείς εικόνες των θεών και των ηρώων. Ο Δίας να μεταμoρφώνεται σε ζώα που ζουν σε στάβλους για να παρασύρει ανύποπτες παρθένες στην αγκαλιά του; Η Ήρα να ξελoγιάζει τον άντρα της, πρoκειμενoυ να σβήσει τους Τρώες από το χάρτη; ΟΘυέστης να τρώει τα παιδιά του; Αυτά “τα παραμύθια που λένε οι γριές” [Πλάτων, Θεαίτητος, 176b ] δεν ήταν σε καμιά περίπτωση το υλικό που έπρεπε να διαβάζουν τα παιδιά μας για να γίνουν ενάρετoι ενήλικοι” [σελ. 37 παρ.1]
“Η χρήσης της κλασικής αρχαιότητας ως βάση της γενικής παιδείας αμφισβητήθηκε για λόγους πρακτικότητας και σχετικότητας. Όπως τόνισε ο ιστορικός Μάιερ Ρέινολντ, από το ξεκίνημά της η Αμερική βρισκόταν ‘σε αναζήτηση της χρήσιμης γνώσης’. Ποιο είδος εκπαίδευσης είναι πρακτικό και σκόπιμο; Η εκπαίδευση είναι για να κάνεις τους σπουδαστές καλύτερους ανθρώπους και πολίτες ή για να τους προετοιμάσει για τον ‘αληθινό κόσμο’; (σαν να επρόκειτο για δύο διαφορετικούς στόχους!)” [σελ. 42-43]
“Ο εικοστός αιώνας δεν κατασκεύασε το ελληνικό πρότυπο. Ο Διαφωτισμός, η Αναγέννηση, ο Μεσαίωνας και οι Ρωμαίοι, με τη σειρά, έβλεπαν την τέχνη και τον πολιτισμό τους είτε ως υποστήριξη είτε ως αντίδραση εναντίον της ελληνικότητας. Ήταν ένα μέτρο από το οποίο δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και το οποίο έβλεπαν ως ενιαία, αναγνωρίσιμη κληρονομιά που ήταν δική τους. Κάτι πρέπει να συνέδεε τόσο ανόμοιες κοινωνίες μέσα από βουνά, χιόνια και αιώνες του παρελθόντος. Κάτι εξηγεί το γιατί ένας Αμερικανός ή ένας Γερμανός που πιάνουν τώρα στα χέρια τους την Μήδεια ή την ιστορία του Θουκυδίδη αναγνωρίζουν αμέσως κάτι σύγχρονο, αν όχι κάτι που να απηχεί τη δική τους πολιτιστική εμπειρία, με ένα τρόπο που δεν ισχύει για τις θυσίες των Αζτέκων, την κινέζικη ποίηση, το Κοράνι ή τα ιερογλυφικά. Αυτό το κάτι – όχι φυλή αλλά πολιτισμός- είναι μια πολύ ασυνήθιστη παράδοση που αρχίζει με τους Έλληνες και παραμένει μαζί μας ακόμη και σήμερα” […] “Δεν έχουμε κατασκευάσει τη χίμαιρα ‘ελληνικότητα’ για να επικυρώσουμε τις δικές μας πολιτισμικές υποθέσεις. Μάλλον, κατά την έρευνά μας να ανακαλύψουμε γιατί είμαστε ό,τι είμαστε, συνεχώς ‘σκοντάφτουμε’ – στο χώμα, στην πέτρα, στα κείμενα, στα νομίσματα – πάνω σε αυτούς τους παράξενους κάποιους, αυτό το μοναδικό λαό που ονομάζεται ‘Έλληνες” [σελ. 62τέλος, 63 παρ.2]
“H ελληνική αρχή είναι ότι η απρόκλητη βία είναι πάντα λάθος, συχνά ακόμη κι αυτή που έχει ακολουθήσει μια πρόκληση. Τα άτομα πληρώνουν για την αναντίρρητη ιδέα ότι το απόλυτο είναι λιγότερο επικίνδυνο από το σχετικό. Το ένα οδηγεί χωρίς έλεγχο στην υπερβολή, αλλά το άλλα πάντα σε ηθική κενότητα. Ωστόσο, κάποια ανταπόδοση, δεν είναι απλώς αστόχαστηεκδίκηση, όπως μας θυμίζει ο Πλάτων στον Πρωταγόρα, αλλά ‘για χάρη του μέλλοντος, για να μη διαπράξει πάλι αδικία ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος, όποιος θα δει τούτον να τιμωρείται’ [324b]. Είναι ‘τιμωρία χάρη της πρόληψης’, έτσι ώστε αυτός που κάνει το κακό ‘με τιμωρία να βελτιωθεί’. Για τους Έλληνες, μια κοινωνία που δεν μπορεί να τιμωρήσει αλλά μόνο να συγχωρεί και να εκλογικεύει είναι εξίσου ένοχη, εξίσου αήθης όσο και ο ίδιος ο εγκληματίας. Μας ζητάει περισσότερο να μπούμε στην κονίστρα και να βρομιστούμε με το κακό, να τιμωρήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο τον άξαφνα μετανοημένο, παρά να ξεχνάμε και να αγνοούμε από ασφαλή και αυτάρεσκη απόσταση” [σελ. 75 παρ.2]
“Ακόμη και οι δολοφόνοι και οι μαχαιροβγάλτες θα χρειαστούν κάποια μέρα τον αμετάβλητο, απόλυτο νόμο της πόλης – κράτους. Ο Πλάτων λέει περίπου το ίδιο πράγμα: ακόμη και οι κλέφτες, για να προστατευτούν από τον αλληλοσκοτωμό, μοιράζουν μεταξύ τους τη λεία τους σύμφωνα με μια αφηρημένη και αμετάβλητη αντίληψη περί του τι είναι δίκαιο και σωστό. Η δικαιοσύνη είναι μια απαραίτητη και απόλυτη ιδέα που υπάρχει και βελτιώνεται από αμνημονεύτων χρόνων και στην οποία πρέπει να μετέχουν όποιοι απολαμβάνουν ακόμα και την ελαχιστότατη έννοια ανθρωπιάς” [σελ. 76 παρ.1]
“Το μήνυμα των Ελλήνων μπορεί να είναι τρομακτικά και συχνά οδυνηρά απόλυτο: η ηθική επιταγή της ελληνικής τραγωδίας είναι ‘αμετάβλητοι νόμοι’. Τα έθιμα και η παράδοση προέρχονται από τους θεούς. Τα διατάγματα έχουν ηλικία αιώνων κι είναι γραμμένα σε πέτρα. Τα δόγματα της πόλεως προέρχονται, κατά τους ισχυρισμούς, από μυστηριώδεις προγονικούς ‘νομοθέτες” [σελ. 76 παρ. τελ.]
“Αυτοί οι κανόνες, με άλλα λόγια, είναι το κοινωνικό συμβόλαιο ενός σώματος ελευθέρων πολιτών. Οι κανόνες που παραμένουν αμετάβλητοι προσφέρουν μια μόνιμη, έστω και δυσάρεστη ενίοτε, λύση τόσο για τη σύγκρουση όσο και για το έγκλημα” [σελ. 77 παρ. τέλος]
“Στον πυρήνα του ελληνικού συστήματος πεποιθήσεων βρίσκεται η πίστη ότι υπάρχουν απόλυτες σταθερές στον κόσμο, άχρονες και απρόσβλητες από καταστάσεις και ερμηνείες, ένα μικρό αλλά ζωτικό σύστημα γνώσης που, ως επί το πλείστον, είναι αδιαπραγμάτευτο και έχει προέλθει από κοινή συμφωνία. Είναι αυτό το ηθικό σύμπαν που η Αντιγόνη αποκαλούσε άγραπτα νόμιμα, οι άγραφοι νόμοι που υπήρχαν πάντα. Από αυτό πλαίσιο της ελληνικής σκέψης ο Σωκράτης και ο Πλάτων συνεχίζουν τη μάχη εναντίον των σοφιστών, εκείνων που επιδίωκαν να μετατρέψουν φτηνές κοινοτοπίες γύρω από τη σχετικότητα (‘ο άρρωστος νομίζει ότι η τροφή είναι πικρή, για τον υγιή είναι γλυκιά’) σε Αλήθεια. Οι νόμοι του πολιτεύματος, η ιδιωτική περιουσία, η απόσταση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής, ο σωβινισμός της μεσαίας τάξης, όλα αυτά είναι αδύνατα σε μια κοσμοθεωρία υποκειμενική, συνεχώς ρευστή, που δεν στηρίζεται σ’ ένα πυρήνα αμετάβλητων πεποιθήσεων. Οι Έλληνες δεν θα μπορούσαννα φτιάξουν ένα τόσο σημαντικό πολιτισμό, βασισμένοι στο αληθές επιχείρημα, όπως το έθεσε ο Πλάτων, ‘βάσει του οποίου τα πάντα λέγεται ότι είναι σχετικά” [σελ. 77-78]
“Ο Αριστοτέλης μας υπενθυμίζει στα Ηθικά Νικομάχεια ότι ‘καμιά από τις ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτη στους ανθρώπους (…) αλλά έχουμε γεννηθεί με την ικανότητα να δεχόμαστε αυτές τις αρετές και να τελειοποιούμαστε ως προς αυτές με τον εθισμό’ [1103a 17, 24-25]” [σελ. 78 παρ.2 τέλος]
“Η επιλογή των Ελλήνων είναι τελικά αν θα έχουν εκκλησία του δήμου ή Φαραώ, τρεις τάξεις ή δύο, τον Ηρόδοτο ή τον αυλοκόλακα με το καλέμι.Μπορείς είτε να αφήνεις τη διανόηση ελεύθερη να γράφει ποίηση και να επιτίθεται στην ελίτ είτε να τη βάζεις να χτίζει τάφους, να κολακεύει τον 'Ένα και να χαράσσει δουλοπρεπή πικτογράμματα. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι νόμιμος ιδιοκτήτης ενός κομματιού γης ή να σκάβει στα κτήματα του Μεγάλου Bασιλιά.. Κάνε τους πλουσίους να χρηματοδοτούν θεατpικές παpαστασεις και να ναυπηγούν στόλο ή άφησέ τους να ξεκοκαλίζουν και να κατέχουν ως ιδιοκτησία τους ολόκληρη την ύπαιθρο. Παζάρευε στην αγορά με παμπόνηρους ιδιώτες μικροπωλητές ή σέρνε με το ζόρι την παpαγωγή σου στην αποθήκη του παλατιού. Άκου το “0 Δίας δεν υπάpχει πια” ή αποκεφάλιζε τους υπερόπτες που δεν υποκλίνονται στον Θωθ Εξοστράκιζε, έλεγχε, σατίριζε, δίνε δημοσιότητα και ερεύνα ή περίμενε ν' ακούσεις το χτύπημα στην πόρτα τα μεσάνυχτα. Εν τέλει, αυτή η επιλογή καθορίζει το αν τα παιδιά θα έχουν μια καλύτερη ευκαιpία να τρωνε, να είναι απαλλαγμένα από αρρώστιες, να μεγαλώνουν ασφαλή από ακρωτηριασμό και άδικο θάνατο, να βλέπoυν και να περιγράφουν τον κόσμο όπως επιλέγουν - και να εγγράφονται στο σύγχρονο πανεπιστήμιο για να μαθαίνουν πόσο απαίσιος ήταν στην πραγματικότητα ολόκληρος ο πολιτισμός της παιδικής τους ηλικίας” [σελ. 98 παρ.2]
“Ο Περικλής θύμιζε στο αθηναϊκό ακροατήριο ότι ακόμη κι αν ένας άντρας ευημερεί στην ιδιωτική του ζωή, όταν η χώρα του δεν τα πάει καλά, χάνεται και ο ίδιος. Αν όμως ο ίδιος δεν τα πάει καλά, ενώ η χώρα του είναι ισχυρή, συνήθως μπορεί κάλλιστα να επιβιώσει” [σελ. 110 παρ.1]
“Η ελληνική κληρονομιά, χρησιμοποιημένη σωστά ή λάθος, προσδίδει στους οπαδούς της την τρομερή δύναμη να αλλάξουν – ή να καταστρέψουν – ριζικά το υπάρχον διανοητικό και υλικό περιβάλλον, σχεδόν άμεσα. Οι Έλληνες ήταν εκείνοι που μας κληροδότησαν τα εργαλεία που μας έδωσαν την δυνατότητα να αλλάξουμε το υλικό και πνευματικό σύμπαν, είτε για καλό είτε για κακό. Οι αυστηρότεροι επικριτές της Δύσης, μολονότι βαθιά και συχνά δικαιολογημένα καχύποπτοι απέναντι σ’ αυτό το δυναμοκρατικό μοντέλο, επιθυμούν, μιμούνται και εισάγουν τη φιλοσοφία του ακόμα κι όταν επικρίνουν το μακελειό που συντελείται στους ευαίσθητους αυτόχθονες πολιτισμούς” [σελ. 125 παρ.3]
“Είναι παράξενο ότι οι Έλληνες που τα ξεκίνησαν όλα είναι τόσο λίγο γνωστοί στη σύγχρονη Αμερική. Έτσι λοιπόν τώρα επιστρέφουμε στο κεντρικό ερώτημα (…) ότι το να αγνοήσουμε ή να καταστρέψουμε τους Κλασικούς ισοδυναμεί με πολιτιστική αυτοκτονία και απαιτεί απολογία από αυτούς που τη διαπράττουν. Ενέχουμε δίκιο σχετικά με τη σοβαρότητα του προβλήματος, οι Έλληνες έχουν ακόμη πολλά να μας διδάξουν στα τέλη του εικοστού αιώνα: γιατί μόνο εμείς έχουμε τη δύναμη τόσο να καταστρέψουμε όσο και να διατηρήσουμε το φυσικό περιβάλλον, πώς και γιατί διεξάγουμε τόσο καταστροφικούς πολέμους, τι υποτίθεται πως πρέπει να επιτυγχάνει η εκπαίδευση, γιατί η δύναμη του πάθους πρέπει πάντα να είναι αμφίστομη, πού μπορεί να μας οδηγήσει η λογική και πού δεν είναι αρκετή, γιατί είμαστε πολυφυλετική και όχι πολυπολιτισμική κοινωνία, γιατί πρέπει να υπάρχουν μέτρα, όσο σκληρά και οδυνηρά κι αν είναι, πόσον ολοκληρωτικά είναι δεμένες οι δυτικές αξίες μας περί ισονομίας με την αγροτική μας προέλευση, γιατί πρέπει κανείς να επιδιώκει το ‘ευ ζην’, και γιατί το ‘ευ ζην’ είναι τόσο ανεπαρκώς προσδιορισμένο, γιατί η κοινωνία και η κοινωνική αιδώς είναι ισχυροτέρα από τους απλούς νόμους και την προσωπική ενοχή και γιατί, σ’ έναν κόσμο όπου πρέπει να πεθάνουμε και θα πεθάνουμε, η ζωή είναι θέμα χαρακτήρα. Γιατί, εν τέλει, είμαστε αυτοί πουείμαστε. Γιατί, λοιπόν, οι Κλασικές Σπουδές είναι νεκρές; Και ποιος πράγματι σκότωσε τον Όμηρο;” [σελ. 126-127]
“Οι διοικήσεις των πανεπιστημίων uποχώρησαν στα παράπονα των νεαρών και συχνά αγανακτισμένων σπουδαστών. Ακολούθησε η ‘αναμόρφωση’ του προγράμματος μαθημάτων, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάλειψη στην ουσία κάποιων κεντρικών μαθημάτων – σημαντικών, βασικών μαθημάτων που υποχρέωναν τους σπουδαστές να αποκτήσουν κάποια τουλάχιστον εξοικείωση με τη λογοτεχνία, τη γραμματική, τη φιλοσοφία, την ιστορία και τη γλώσσα της κλασικής αρχαιότητας. (Aκόμη και το Bατικανό ενέδωσε, απορρίπτοντας τα Λατινικά ως παγκόσμια γλώσσα της Eκκλησίας).Επαγγελματίες “εκπαιδευτές” και κοινωνικοί επιστήμονες πλήρωσαν το κενό που δημιουργήθηκε, εξαπλώνοντας τη θεραπευτική σε όλο το πανεπιστήμιο, προκαλώντας μετάσταση των “Αναπτύσσομαι” και “Mίλησέ μας για τον εαυτό σου”, σαν καρκινικά κύτταρα σε εξασθενημένο οργανισμό. Τα σπέρματα του “νιώσε καλά” προγράμματος σπουδών φυτεύτηκαν, τη σοδειά των οποίων θερίζουμε σήμερα στο πιεστικό μέλημα για θεσμικά επιβαλλόμενη αυτοεκτίμηση. Αυτό το νέο, υπερευαίσθητο πρόγραμμα σπουδών και τα προσαρτήματά του – εκπαίδευση στην ανομοιότητα, συγγραφή ημερολογίου, ευαισθητοποίηση φύλου και φυλής, πολυπολιτισμικότητα, περιστασιακή ηθική, προσωπική ανάπτυξη, άφεση αμαρτιών και πολιτική της αυτοδέσμευσης – έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς την ελληνική σοφία” [σελ. 130-131]
“Ο καθηγητής Τζορτζ Γκουλντ του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, το είπε καθαρά στην εθνική συνάντηση της Αμερικανικής Φιλολογικής Ένωσης το 1971: ‘Νομίζω πως θα είμαστε ψεύτες ή ανόητοι ή και τα δύο, αν ισχυριστούμε ότι η χρησιμότητα ή η σπουδαιότητα των κλασικών σπουδών συνθέτει τον αληθινό λόγο που τις καλλιεργούμε… Δεν στραφήκαμε στις κλασικές σπουδές για να τις διδάξουμε και μόνο εφόσον δεχτούμε με ειλικρίνεια αυτό το γεγονός –όταν τελικά διδάσκουμε- θα είμαστε εξαιρετικοί καθηγητές γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο… Ο πραγματικός λόγος που μελετάμε τους Κλασικούς είναι η αξία τους, και η αξία αυτή είναι απλούστατα η απόλαυση που μας δίνουν. Είναι μια αγνή, μη υλική απόλαυση, συγγενική με την απόλαυση που αντλούμε κοιτώντας πίνακες ή ακούγοντας μουσική. Είναι, ως επί το πλείστον, μια παθητική, διανοητική απόλαυση, στην οποία το πνεύμα μας – δεν θα πω εξυψώνεται, μολονότι αυτό μας συμβαίνει συχνά – διευρύνεται και εμπλουτίζεται με την εμπειρία κάποιου πράγματος έξω από ό,τι σχετίζεται με τα προσωπικά μας προβλήματα (Classical World 65, 1972, σ.258)” [σελ. 133 παρ.1-2]
“Οι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας ανήκουν σε ένα από τα δύο στρατόπεδα. Μερικοί πιστεύουν πως όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι – ο δυτικός δεν είναι ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από οποιονδήποτε άλλο. Άλλοι, πιο πεισματάρηδες, είναι πεπεισμένοι ότι όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι εκτός από το δυτικό, που είναι ιδιαίτερα ιμπεριαλιστικός, ηγεμονιστικός, εθνικιστικός, σεξιστικός και πατριαρχικός και κατά συνέπεια πρέπει να μελετάται μόνο ως παράδειγμα του τι πάει στραβά στο σύγχρονο κόσμο. Και στις δύο περιπτώσεις οι Έλληνες χάνουν: αν είναι το ίδιο με τους Θράκες ή τους Καρχηδόνιους, γιατί να μελετάμε Ελληνικά αντί για Φοινικικά, Χιτιτικά ή Αιγυπτιακά; Αν είναι χειρότεροι, γιατί να τους μελετάμε, γενικώς;” [σελ. 136 παρ.1]
“Η νέα φουρνιά ΄κοινωνικών ερμηνευτών’ είτε πέταξε στα σκουπίδια τον κλασικό κόσμο επειδή δεν ήταν πολυπολιτισμικός (πράγμα που είναι ανέντιμο, διότι κανένας πολιτισμός δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ στ’ αλήθεια πολυπολιτισμικός) είτε προσπάθησε να ξαναεπινοήσουν τους Έλληνες και τους Ρωμαίους ως πολυπολιτισμικούς (πράγμα που είναι ψέμα). Η ελληνική σοφία δεν πρέπει απλώς και μόνο να ξεχαστεί, αλλά πρέπει να απορριφθεί ενεργά. Η τελευταία γενιά κλασικιστών επιθυμεί να επιβιώσει και να είναι αρεστή – στους συναδέλφους ακαδημαϊκούς δασκάλους – εγγυώμενη στους ανθέλληνες συναδέλφους της ότι οι κλασικιστές που θα ακολουθήσουν θα είναι ελάχιστοι” [σελ. 136-137]
“Όπως και οι ίδιοι οι Έλληνες, οι κλασικιστές δεν πρέπει ποτέ να προσποιούνται ότι όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι. Ξέρουν πολύ καλά ότι δεν υπάρχει ένας Φαίδων στην Αίγυπτο, μια Ορέστεια στην Περσία ή μια Ιλιάς στην Ασσυρία, πόσο μάλλον δημοκρατία μεταξύ των Γερμανών της αντίστοιχης εποχής ή πανεπιστήμια στη Γαλατία του τετάρτου π.Χ. αιώνα. Oι φαραώ δεν είχαν σχέδια για αεροπλάνα και ο Σωκράτης, όπως έχει καταδείξει η καθηγήτρια Μαίρη Λέφκοβις [Σ.τ.μ.: MaryLefkowitz, Μαύρη Αθηνά: Μύθοι και Πραγματικότητα, Κάκτος, 1997] ξανά και ξανά., ούτε μαύρος υπήρξε ούτε προϊόν κλεμμένου αφρικανικού φιλοσοφικού συστήματος. Οι Ρωμαίοι έμαθαν πολλά από την πραγματεία του Μάγωνα του Καρχηδονίου περί γεωργίας, όμως στον πολιτισμό της Καρχηδόνας δεν υπήρξε τίποτα που να μοιάζει έστω με την παράδοση του Θεόφραστου σχετικά με τη δυτική αγρονομία […] Δεν είναι εθνοκεντρικό ούτε σοβινιστικό να παραδεχτεί κάποιος ότι η αυλή του Τιγλάθ – Πιλασάρ Γ’ δεν ήταν σωκρατικός κύκλος, ότι οι κάτοικοι της Σιδώνας δεν έφτιαχναν νόμους με την ψήφο της πλειονότητας, ότι παντού, έξω από την Ελλάδα, υπήρχαν δύο κι όχι τρεις τάξεις, ότι τα δυναστικά πολιτεύματα δεν επέτρεπαν την ύπαρξη κτηματιώνκαι ότι η λογοτεχνία και φιλοσοφία εκτός θρησκείας σπανίως απαντά πέρα από το Αιγαίο. Ωστόσο η τρέχουσα πολυπολιτισμικότητα στο πανεπιστήμιο κάνει τέτοιου είδους αλήθειες ακατονόμαστες, αν όχι επικίνδυνες” [σελ. 138-139 & 139-140]
“Ακόμη και οι πιο ένθερμοι υπερασπιστές της Δύσης αναγνώριζαν πάντα ότι άλλοι πολιτισμοί προσφέροuν αισθητικά εντυπωσιακές, σuγκινητικές εκφράσεις της ανθρώπινης κατάστασης. 'Ενα κινέζικο ποίημα, ένα αφρικανικό θεατρικό έργο, μια νοuβέλα από το Παντζάμπ ή οι ψαλμοί των Αμερινδών μπορούν να σuγκινήσοuν το ανθρώπινο σuναίσθημα και να αποκαλύψοuν την τραγωδία τοu ανθρώποu στη γη με το ίδιο πάθος και την ίδια ακρίβεια ενός Σοφοκλή ή ενός Βιργίλιου. Ωστόσο, ούτε ένας από τους πολuπολιτισμικούς κλασικιστές (παρά τις ρητορείες της μόδας) δεν επιθυμεί πραγματικά να αλλοιώσει τον ελληνικό πuρήνα μας για να ζήσοuμε υπό αuτόχθονα, προκολομβιανά σχήματα διακυβερνήσεως, αϊτινές θρησκευτικές πρακτικές, αραβικά πρωτόκολλα περί γuναικείας σuμπεριφοράς, κινεζικούς κανόνες ιατρικής ηθικής, ισλαμικές παραδόσεις εκκλησίας και κράτους, αφρικανικές προσεγγίσεις στην επιστήμη, ιαπωνικά ιδεώδη φυλής, ινδικές κοινωνικές κάστες ή αντιλήψεις ιθαγενών Aμερικανών περί ιδιοκτησίας” [σελ. 145 β’ μισό]
“Οι Έλληνες δεν ολοκλήρωσαν, αλλά είναι βέβαιο ότι ξεκίνησαν, το διάλογο για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, ένα διάλογο που τελικά μετατράπηκε σε πραγματική ισότητα στη Δύση, και μόνο στη Δύση. Οι γυναίκες, ιδίως εκείνες που μένουν πίσω στον ανηλεή cursushonorumεξαιτίας των απαιτήσεων της ανατροφής των παιδιών, εξακολουθούν να προσκρούουν σε αόρατα φράγματα στην Αμερική των επιχειρήσεων. Αλλά πόσες θα αντάλασσαν το επιχειρηματικό κοστούμι τους με το φερετζέ, τα αντισυλληπτικά με το δέσιμο των γεννητικών οργάνων τους προς αποφυγή συνουσίας, το κληρονομικό δικαίωμα στην περιουσία του συζύγου τους με το σάτι (την καύση της χήρας στην πυρά μαζί με το πτώμα του νεκρού άντρα της), τις κομψές ψηλοτάκουνες γόβες τους με την περίδεση των ποδιών, την αναλογία 1,8 παιδιών ανά θήλυ προς 14 ανά θήλυ, τις γυναικείες ξυριστικές μηχανές LadyRemingtonμε το ξυράφι της κλειδερεκτομής; Αν δεν υπάρχει ακόμη πλήρηςισότητα, δεν είναι επειδή ο κλασικός πολιτισμός δεν επέτρεπε στις γυναίκες να ψηφίζουν. Πιθανότερη αιτία είναι ότι επί αιώνες αγνοήσαμε όσα από τότε έλεγαν λαμπρά πνεύματα όπως η Σαπφώ, η Ασπασία, η Αντιγόνη και η Λυσιστράτη, αγνοήσαμε ότι οι γυναίκες είχαν ατομική ιδιοκτησία και ατομικά δικαιώματα στη Σπάρτη και στη Ρώμη πολύ πιο φιλελεύθερα απ’ ό,τι στις περισσότερες κοινωνίες για την επόμενες δύο χιλιετίες” [σελ. 161-162]
“Η επιστήμη και η μάθηση έχουν το αντίτιμό τους, καθώς μας οδηγούν όλο και πιο μακριά από τη μήτρα της φύσης. Μια από τις μεγαλύτερες συκοφαντίες εναντίον της κλασικής αρχαιότητας είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες (αντίθετα από μας) δεν αντιλήφθηκαν το αντίτιμο που έπρεπε να πληρωθεί για την πορεία της προόδου, για τη διευθέτηση του κόσμου σύμφωνα με τις επιταγές της λογικής μάλλον παρά του συναισθήματος ή της πίστης. Ας μην ξεχνάμε ότι υπήρχε λόγος που ο Σοφοκλής αποκάλεσε τα θαύματα του πολιτισμού δεινά, τα διφορούμενα ‘τρομερά” [σελ. 181 παρ.1 τέλος]
“Αντί να διδάξουμε στην εταιρεία το ισονομικό ήθος των Ελλήνων, διδαχτήκαμε εμείς στο πανεπιστήμιο από τη συντεχνιακή Αμερική, με καταστροφικές συνέπειες. Οι διευθυντές μας (‘αξιωματούχοι’, όχι πλέον λόγιοι) δικαιολόγησαν τις τεράστιες αυξήσεις τους βάσει του ότι τώρα διοικούν μια ‘επιχείρηση’ (όχι πια πανεπιστήμιο) με ‘μισθοδοσία’(αμοιβές καθηγητών) που φτάνει πλέον τα εκατομμύρια, ότι διοικούν ένα ‘συγκρότημα’ και μια κτηματική περιουσία (όχι πια το γυμναστήριο, τη βιβλιοθήκη ή τα ανοιχτά γήπεδα) αξίας εκατομμυρίων και προσφέρουν ένα ‘προϊόν’ που έχει μεγάλη ζήτηση από τους ‘καταναλωτές’ (αν δεν καταλάβετε, πρόκειται για το πτυχίο και τους φοιτητές)” [σελ. 220 παρ.2 α’ μισό]
“Αν οι νέοι μας, που πρέπει να γίνουν μπροστάρηδες, δεν έχουν αξίες, δεν έχουν κουλτούρα, δεν έχουν παιδεία ούτε ηθική κατεύθυνση, τότε πρέπει να δούμε τι έχουν και τι δεν έχουν διδαχτεί στα πανεπιστήμια της Αμερικής. Είναι λοιπόν να απορούμε που τα παιδιά μας δεν γνωρίζουν πια τι είναι δημοκρατία, ελεύθερος λόγος, ηθική και δυτικός πολιτισμός, κι ακόμη λιγότερο από πού προέρχονται όλ’ αυτά και πώς μπορούν να διατηρηθούν; Είναι να απορούμε που ο Όμηρος είναι νεκρός;” [σελ. 222 τέλος]
“Η μελέτη των Ελληνικών στα τελευταία είκοσι χρόνια έγινε επάγγελμα, όπως τα οικονομικά και τα νομικά, ένας μικροσκοπικός μεν αλλά κόσμος ωστόσο των τζετ, των συνεδρίων, της δημοσιότητος, της κούφιας γλώσσας και των πρόσθετων αποδοχών. Η γνώση του Ομήρου έμελλε να γίνει απλώς και μόνο τρόπος ομιλίας του ανερχόμενου καθηγητή, τρόπος ζωής του ενημερωμένου καθηγητή και στάση του μαχόμενου καθηγητή, ο οποίος όμως δεν κρύβει πια μες την καρδιά του το ιδεώδες των Ελλήνων ούτε ζει σύμφωνα μ’ αυτό και σε καμιά περίπτωση δεν αναλαμβάνει το φορτίο που πρέπει να επωμιστεί και να κληροδοτήσει σε άλλους” [σελ. 224-225]
“Τούτο το βιβλίο υποστηρίζει ότι ο θάνατος του Ομήρου σημαίνει την απαλοιφή ενός ολόκληρου τρόπου θεώρησης του κόσμου, ενός τρόπου διαμετρικά αντίθετου προς τους νέους θεούς που καθοδηγούν τώρα την Αμερική: ψυχοθεραπείες, ηθική άμβλυνση, τυφλή υποστήριξη της προόδου και εξύμνηση του υλικού πολιτισμού. Η απώλεια της κλασικής παιδείας και του κλασικού πνεύματος ως αντίδοτου στη τοξίνη του λαϊκού πολιτισμού υπήρξε οδυνηρή για την Αμερική και μπορεί να γίνει αισθητή στην εμφάνιση όλων σχεδόν όσα είναι αντίθετα στις ελληνικές ιδέες και αξίες: στη διάβρωση του γραπτού και προφορικού λόγου, στην αναζήτηση υλικής και αισθησιακής ικανοποίησης στη θέση της πνευματικής ανάπτυξης και θυσίας, στην αυξανόμενη ομοιομορφία της αστικής ζωής εις βάρος του ατόμου και του ατομικισμού, στην ανιστορικότητα και στην πλήρη παράδοση στο παρόν, στο θάνατο εν τέλει, της μεσαίας τάξης” [σελ. 225 παρ.3]
“Ακόμα μια φορά, ποιος σκότωσε τον Όμηρο; Όχι η τηλεόραση, όχι η ‘διοίκηση’ και πολύ λιγότερο ο μοντερνισμός, η τεχνολογία ή ακόμη και η κοινωνική επιστήμη. Εμείς το κάναμε, εμείς οι κλασικιστές της παρούσας γενιάς που καθήκον μας ήταν να κληροδοτήσουμε στους Έλληνες σε άλλη μια γενιά. Γιατί το κάναμε; Για το απολύτως άμεσο κέρδος μας, για μερικά τιποτένια αξιώματα και τίτλους, για κάποια μικρή αίσθηση ότι είμαστε σημαντικοί, για την αξιολύπητη αυτοϊκανοποίηση του να ανήκουμε στην πιο πρόσφατη εσωτεριστική αίρεση, για λίγα φράγκα, για όλους μαζί, δηλαδή του συνήθεις συντρόφους της νωθρότητας, της απληστίας και της υπεροψίας. Για τίποτα πιο σπουδαίο απ’ αυτό, πράγματι” [σελ. 226 παρ.2]
“Μαθαίνεις Ελληνικά για να καταλάβεις τι σημαίνει θάρρος μπροστά στο θάνατο από τον Σωκράτη. Την ανθρώπινη μοίρα, χάρη στα λόγια του Ιησού. Μελετάς τα Ελληνικά για να μεταδώσεις στον αμύητο ότι υπάρχουν πάντα καλύτερα, πιο μυστηριώδη πράγματα στον κόσμο από το συμφέρον, την ευτέλεια και τα παπούτσια Reebok” [σελ. 234 παρ.2]
“Τα σχόλια, τα λεξικά, η γραμματική και οι θησαυροί είναι σφυριά, πυρσοί και πριτσίνια, δεν είναι η γέφυρα. Εμείς οδηγούμε πάνω στη γέφυρα. Χρησιμοποίησε τη γέφυρα, θαύμασε τη να διαγράφεται στον ορίζοντα, αλλά, terribledictu, μη θεοποιείς τις βαριές και τα μπουλόνια που μας έδωσαν τη γέφυρα. Έξω από τις Κλασικές Σπουδές, δεν χτίζουμε μνημεία σε σκαλωσιές και αερογέφυρες. Χρησιμοποίησε το σχολιασμό για να καταλάβεις καλύτερα τη γλώσσα του Πλάτωνα, αλλά ο αληθινός στόχος είναι να κατανοήσεις το τι, όχι το πώς έγραφε ο Πλάτωνας. Διάβασε περισσότερο Πλάτωνα, λιγότερα σχόλια” [σελ. 252 παρ.1]
“Το να διδάσκεις Ελληνικά δεν σημαίνει να δημιουργείς νέες τάξεις, νέες θέσεις διδακτορικού προσωπικού και να διευρύνεις το πεδίο οπουδήποτε και οποτεδήποτε κάποιος λέει ή γράφει κάτι για τους Έλληνες. Σημαίνει να βάζεις τους Έλληνες στην καρδιά σου, να συνταιριάζεις τα λόγια τους με τα έργα σου, να είσαι ένας Οδυσσέας που μπορεί να γοητεύσει, να ηγηθεί, να πολεμήσει, να υποφέρει, να θυσιάζει και να έχει συνέχεια το νου του στο γιατί γίνονται όλα αυτά και πώς θα επιστρέψει σπίτι του, και ταυτόχρονα να είσαι ένας Αχιλλέας που βλέπει τον τοίχο να πλησιάζει και, με μια διεστραμμένη χαρά, να ‘σανιδώνεις’ το γκάζι” [σελ. 284 παρ.2]
“'Όπως κι οι ξένες γλώσσες, τα καθαρά μαθηματικά αναπτύσσουν τα έλλογα και τα λογικά στοιχεία του σπουδαστή, του ενσταλάζουν πειθαρχία και του δείχνουν ότι ο δρόμος προς την επίλυση προβλημάτων βρίσκεται στο πάντρεμα των δεδομένων με τη λογική. Τον απαλλάσσουν επίσης από την ομφαλοσκόπηση και, από πολύ νωρίς, όπως είδε πάλι ο Πλάτων, γίνονται από μόνα τους μια φιλοσοφία που καταδεικνύει ότι υπάρχουν φυσικοί κανόνες απόλυτοι, αμετάβλητοι και μη υποκείμενοι σε προσωπικές ερμηνείες, που ανήκουν σε έναν κόσμο που δεν έχει φτιαχτεί από εμάς .Δεν είναι τυχαίο που οι φοιτητές θετικής κατεύθυνσης τα καταφέρνουν συνήθως καλύτερα με τα μαθήματα των Eλληνικών απ' ό,τι εκείνοι με κύρια κατεύθυνση την ψυχολογία ή την κοινωνιολογία, ούτε που δεν είναι τόσο ναρκισισιστές όσο εκείνοι που σπουδάζουν λογοτεχνία, οι οποίοι έχουν μεγαλώσει με θεωρίες και αναζήτηση ταυτότητας” [σελ. 293 παρ.1]
“Χαριτωμένα μιλούσε και ο Βίων, ότι, όπως οι μνηστήρες, μη μπορώντας να πλησιάσουν την Πηνελόπη, συνευρίσκονταν με τις υπηρέτριές της, έτσι και κείνοι που δεν μπορούν να κατακτήσουν τη φιλοσοφία, αποσκελετώνονται σε άλλες εντελώς ανάξιες μελέτες’ (Πλούταρχος, Περί παίδων αγωγής, 7D)” [σελ. 304 παρ.1 τέλος]
O γράφων, έχω κατ’ επανάληψη ασχοληθεί, στο άλλο μου ιστολόγιο (το “Seagull”), με το ζήτημα της άμεσης Δημοκρατίας [βλ. ενδεικτικώς εδώ:http://seagullstefanos.blogspot.com/2008/06/blog-post_30.html]. Με απασχολούσε και με απασχολεί, όμως, το ζήτημα των δυσκολιών που υπάρχουν, ώστε να εφαρμοστεί (!...) στα σύγχρονα τεράστια κράτη. Μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα βρήκα στο βιβλίο των SheldonRampton & JohnStauber με τίτλο “Η μεγάλη απάτη. Η επιστήμη στην υπηρεσία των εταιρειών” που, κυκλοφορεί, σε μετάφραση Κασσιανής Μπουλούκου, από τις εκδόσεις Οξύ [http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=144844]. Το βιβλίο προσεγγίζει ένα πολύ σπουδαίο ζήτημα, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο του, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και κατατοπιστικό και συνιστώ να το προμηθευτείτε και να το διαβάσετε. Ίσως να επανέλθω με κάποια αποσπάσματα για το συγκεκριμένο θέμα. Σπεύδω, όμως, να παραθέσω ένα απόσπασμα που, κατά τα προλεχθέντα, σχετίζεται με την Άμεση Δημοκρατία. Αντιγράφω από τις σελίδες 455- 459.
Ζητώντας την κοινή συμμετοχή
Το σύνθημα «αμφισβητώντας την εξουσία» ακούστηκε για πρώτη φορά από τα ριζοσπαστικά κινήματα της δεκαετίας του 1960. Μπορεί να περιλαμβάνει πολλή σοφία, είναι όμως ανεπαρκές. Χρειαζόμαστε την εξουσία στη ζωή μας: Ανθρώπους που μπορούμε να εμπιστευθούμε για να φτιάξουν τ’ αυτοκίνητα μας και τους υπολογιστές μας, να μας βοηθήσουν όταν αρρωστήσουμε, να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε και να διαχειριστούμε καλύτερα τον κόσμο μας. Το ερώτημα, όμως, είναι τι είδους σχέση θέλουμε να έχουμε με την εξουσία. Θα πρέπει να είναι μια σχέση όπου οι ειδικοί θα μας θεωρούν «κοπάδι», όπως πίστευε ο EdwardBernays; Ή θα πρέπει να είναι μια σχέση όπου οι ειδικοί θα υπηρετούν την κοινή γνώμη; Το θέμα δεν είναι εάν η εξουσία θα πρέπει να υπάρχει, αλλά πώς θα την κάνουμε υπόλογη για τις πράξεις της.
Μια προσέγγιση για την απάντηση αυτού του προβλήματος αναπτύχθηκε από το Ινστιτούτο Loka, έναν οργανισμό που εδρεύει στο Άμχερστ της Μασαχουσέτης και που από το 1987 εργάζεται για την προώθηση των τρόπων με τους οποίους οι πολίτες και οι εργαζόμενοι θα μπορέσουν να συμμετάσχουν στην επιστημονική διαδικασία και τη λήψη των αποφάσεων. Μελετά μια επιτροπή πολιτών η οποία αποκαλείται «σύνοδος συναίνεσης». Κάποιες φορές αναφέρεται επίσης ως «πολιτικοί ένορκοι» ή «ένορκοι των πολιτών». Η σύνοδος συναίνεσης θυμίζει πολύ μια επιτροπή που έχει επιλεγεί τυχαία, όπως ακριβώς και οι ένορκοι στο δικαστήριο, μόνο που αντί να δικάζουν ποινικές υποθέσεις, προσπαθούν να πάρουν αποφάσεις για θέματα δημόσιας πολιτικής. Για να οργανωθεί μια σύνοδος συναίνεσης για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, πρέπει να διαφημιστεί στον τοπικό Τύπο, και να ζητηθούν «ντόπιοι εθελοντές» οι οποίοι θα επιλεγούν αναλόγως του εάν πληρούν τα δημογραφικά κριτήρια της κοινότητας. Επίσης, θα πρέπει να μην έχουν πρότερη γνώση του θέματος που πρόκειται να συζητηθεί. Η τελική επιτροπή αποτελείται από δεκαπέντε μέλη, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται οικοδόμοι, υπάλληλοι γραφείου και εργοστασίων και μορφωμένοι επαγγελματίες. Οι συμμετέχοντες θα μελετήσουν, θα συζητήσουν μεταξύ τους και θα συμβουλευτούν τους τεχνικούς ειδικούς προτού συντάξουν μια αναφορά που θα συνοψίζει τα συμπεράσματα της ομάδας σχετικά με το θέμα που συζητήθηκε.
Η χρήση της συνόδου συναίνεσης γεννήθηκε στη Δανία και πλέον χρησιμοποιείται ευρέως ως η διαδικασία που δίνει στους συνηθισμένους πολίτες την ευκαιρία ν' ακουστούν σε ομιλίες σχετικές με την τεχνολογική πολιτική. «Δεν είναι μόνο πως δίνεται η ευκαιρία στους απλούς πολίτες να ανέλθουν σε σημαντικές θέσεις, αλλά το προσεκτικά σχεδιασμένο πρόγραμμα ανάγνωσης και συζήτησης μέσα σε μια ομάδα ανοιχτή στο κοινό, τους δίνει την ευκαιρία να ενημερωθούν πριν πάρουν μια απόφαση», λέει ο διευθυντής του Ινστιτούτου Loka, RichardSvlove. «Τόσο ο δημόσιος χώρος συζήτησης όσο και η επακόλουθη κρίση και απόφαση, αποτυπωμένες με τη μορφή μιας γραπτής αναφοράς, αποτελούν το επίκεντρο της εθνικής προσοχής, συνήθως όταν το θέμα που συζητούν πρόκειται να παρουσιαστεί στο Κοινοβούλιο. Οι διασκέψεις συναίνεσης δεν έχουν σκοπό να υπαγορεύσουν τη δημόσια πολιτική, αλλά δίνουν στους νομοθέτες μια ιδέα σχετικά με τις θέσεις των ψηφοφόρων τους. Μπορούν, επίσης, να βοηθήσουν τη βιομηχανία να κρατηθεί μακριά από προϊόντα και διαδικασίες που είναι πιθανό να προκαλέσουν δημόσια αντίδραση».
[…………………………………………………………..]
Υπάρχουν μόνο λίγα παραδείγματα σχετικά με το πώς μπορεί η δημοκρατία και η συμμετοχή των πολιτών να επηρεάσει τη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων. Τα εμπόδια για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν είναι τεχνικά ή οικονομικά, αλλά κοινωνικά και πολιτικά. Η αποτυχία της κοινωνίας να ενσωματώσει τη συμμετοχή των πολιτών στην επιστημονική διαδικασία αντανακλά την υπόθεση πως τα επιστημονικά θέματα είναι πολύ πολύπλοκα για τον απλό πολίτη Το 1992 μια μελέτη που έγινε από το JohnDobleκαι την AmyRichardsonεκ μέρους του Ιδρύματος Δημόσιων Θεμάτων, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που ιδρύθηκε από τον DanielYankelovich, έδειξε πως ακόμη και όσοι δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα επιστημονικά θέματα μπορούν να τα καταφέρουν καλά στις αποφάσεις σχετικά με την επιστημονική πολιτική. Οι Dobleκαι Richardsonεπέλεξαν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 402 πολιτών από διάφορα μέρη των Η.Π.Α. Τους έδωσαν σύντομες και καλά διατυπωμένες παρουσιάσεις σχετικά με δύο πολύπλοκα τεχνικά θέματα (φαινόμενο του θερμοκηπίου και απόρριψη στερεών λυμάτων) και κατόπιν τους ζήτησαν να συζητήσουν και ν' αποφασίσουν ποια θα ήταν, κατά τη γνώμη τους, η καλύτερη πολιτική λύση γι' αυτά τα θέματα. Οι Dobleκαι Richardsonρώτησαν, επίσης, 418 εξέχοντες Αμερικανούς επιστήμονες σχετικά με τα ίδια θέματα. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν πως οι πολίτες που συμμετείχαν στη μελέτη κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα όπως και οι επιστήμονες. Σε ό,τι αφορά το φαινόμενο του θερμοκηπίου, και οι δύο ομάδες προτίμησαν ν' αυξηθούν οι δαπάνες για τις δημόσιες συγκοινωνίες, να τοποθετηθούν καλύτερα συστήματα διύλισης των καυσίμων στ' αυτοκίνητα, να ενθαρρύνουν τους πολίτες να εξοικονομούν ενέργεια και να δημιουργηθούν προγράμματα αναδάσωσης. «Τα συμπεράσματα μας ήταν ότι το κοινό ως σύνολο, και όχι μόνο εκείνοι που ασχολούνται με την επιστήμη, έχουν την εξυπνάδα να προσεγγίζουν πολύπλοκα δέματα, ακόμη και όταν οι ειδικοί είναι αβέβαιοι» δήλωσαν οι ερευνητές. Ακόμη και όταν οι δύο ομάδες πήραν διαφορετικές αποφάσεις, πρόσθεσε ο Doble, οι διαφορές «έδειχναν να προέρχονται όχι από την επιστημονική κατανόηση αλλά από το διαφορετικό τρόπο που επηρεάζουν οι αξίες την κρίση τους». Παραδείγματος χάρη, οι επιστήμονες «κατανόησαν πολύ καλά πως η πυρηνική ενέργεια δεν συμβάλλει στο πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη και ένιωσαν πως η χώρα χρειάζεται να χτίσει νέα πυρηνικά εργοστάσια. Το 68% των επιστημόνων το υποστήριξαν». Αντίθετα, το 36% των μη επιστημόνων πιστεύουν πως πρέπει να κατασκευαστούν περισσότερα πυρηνικά εργοστάσια αλλά «στην ομάδα συζήτησης, όταν συζητούσαν για το θέμα, φάνηκε πως οι ανησυχίες τους δεν ήταν τεχνικής φύσης αλλά διοικητικής... Δεν εμπιστεύονταν τις εταιρείες ενέργειας, τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, τις κυβερνητικές ρυθμίσεις, τις επιτροπές που τα επέβλεπαν όλ' αυτά, δεν εμπιστεύονταν αυτές τις ομάδες για να διαχειριστούν ασφαλώς αυτή την τεχνολογία». Με άλλα λόγια, καταλάβαιναν αρκετά καλά τα τεχνικά θέματα, αλλά για το κοινό αυτά δεν ήταν τα σημαντικότερα।