- Η ζωή είναι μια πρόκληση - Πλησίασέ την
- Η ζωή είναι ένα δώρο - Δέξου το
- Η ζωή είναι μια περιπέτεια - Αποτόλμησέ την
- Η ζωή είναι μια λύπη - Ξεπέρασέ την
- Η ζωή είναι μια τραγωδία - Αντιμετώπισέ την
- Η ζωή είναι ένα καθήκον - Εκτέλεσέ το
- Η ζωή είναι ένα παιχνίδι - Παίξε το
- Η ζωή είναι ένα Μυστήριο - Αποκάλυψέ το
- Η ζωή είναι ένα τραγούδι - Τραγούδησέ το
- Η ζωή είναι μια ευκαιρία - Άρπαξέ την
- Η ζωή είναι ένα ταξίδι - Ολοκλήρωσέ το
- Η ζωή είναι μια υπόσχεση - Εκπλήρωσέ την
- Η ζωή είναι μια αγάπη - Αγκάλιασέ την
- Η ζωή είναι μια ομορφιά - Επαίνεσέ την
- Η ζωή είναι ένα πνεύμα - Συνειδητοποίησέ το
- Η ζωή είναι ένας αγώνας - Πολέμησέ τον
- Η ζωή είναι ένας γρίφος - Λύσε τον
- Η ζωή είναι ένας στόχος - Πέτυχέ τον!!!
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013
«Η ζωή είναι…»
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012
Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011
“Για το υπόλοιπο της ζωής μου…”
[Κυκλοφόρησε, μέσω e-mails, το ακόλουθο κείμενο, που αποδίδεται στον Pario de Parandrade Rosigna, ποιητή από τη Βραζιλία. Ανεξαρτήτως της πηγής, το κείμενο είναι αξιόλογο!...]
«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα... Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται...Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα...
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση. Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους. Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν...Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ'όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου...»
Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011
«Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ρυθμισμένα και ήρεμα»
Του Τάσου Λειβαδίτη
Άνθρωποι που πέρασαν τη ζωή τους ρυθμισμένα και ήρεμα,
ανάμεσα σε ώρες εργασίας και αμίλητα συζυγικά νεκρόδειπνα.
Λίγος καφές στο τέλος του φαγητού για τη χώνεψη,
λίγα όνειρα για το φόβο της καρδιοπάθειας,
λίγη ελεημοσύνη για τη σωτηρία της ψυχής.
Ώσπου μια νύχτα,σηκώνονται στη μέση του δείπνου ξαφνικά
από συνήθεια,μάλιστα,παίρνουν και το καπέλλο τους-
και χάνονται. Που πάνε; Κανείς δεν ξέρει. Μα η δίψα τους καίει
κι η απόγνωση μεγαλώνει τους ορίζοντες.
Έτσι σκέφτηκαν, δηλαδή, να κάνουνε για μια στιγμή.
Ύστερα πέρασε.
Σκουπίζουνε το λίγο ιδρώτα πλάι στη μύτη
και μπαίνουν αθόρυβα στην κρεββατοκάμαρα.
Ενώ στο διάδρομο
μένει μονάχο,πάνω στην καρέκλα,το καπέλλο
σαν το πικρό ανάχωμα ενός τάφου,
που σκέπασε βαρειά κι ανέκκλητα
όλη τη ζωή τους.
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010
«Ο Τσάρλι Τσάπλιν για το νόημα της ζωής»
Ο Τσάρλι Τσάπλιν για το νόημα της ζωής
Διαβάστε την ομιλία που έδωσε ο Τσάρλι Τσάπλιν στα 70στά γενέθλιά του, μία ομιλία για το νόημα της ζωής. Ο Τσάπλιν όταν άρχισε να αγαπά τον εαυτό του ανακάλυψε την αυθεντικότητα, την κατανόηση, την ωριμότητα, την αλήθεια, την ειλικρίνεια, την αυταγάπη, την απλότητα, την πληρότητα, την αυτοεκτίμηση και τη σοφία της καρδιάς.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω ενάντια στην αλήθεια της ζωής μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος, όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου. Και όταν μάλιστα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και ούτε ήταν έτοιμος ο άνθρωπός, ακόμα και αν αυτός ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και έβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα μού έλεγαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, κατάλαβα ότι σε κάθε περίσταση ήμουν στο κατάλληλο μέρος και πάντα στην κατάλληλη στιγμή. Αυτό με έκανε να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΛΗΘΕΙΑ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο μου χρόνο και να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ό,τι μου αρέσει και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά. Με το δικό μου τρόπο και με τους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιεινό για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου. Παλαιά αυτό το έλεγα «υγιή εγωισμό». Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΑΓΑΠΗ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, έπαψα να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλα πολύ λιγότερο. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζω στο παρελθόν μου και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω κάθε μέρα την κάθε στιγμή που ξέρω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, κατάλαβα ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετωπίζουμε με τον εαυτό μας ή με τους άλλους. Αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ.
Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου, πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι οι σκέψεις μου με έκαναν ένα άτομο μίζερο και άρρωστο. Όταν επικαλέστηκα τη δύναμη της καρδιάς μου, η λογική μού βρήκε ένα πολύτιμο σύμμαχο. Σήμερα αυτό το λέω ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.
Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο Σύμπαν γεννιούνται νέα αστέρια. Σήμερα ξέρω ότι… αυτή είναι η ΖΩΗ.
ΠΗΓΗ:
http://truthseeker-vasiliki.blogspot.com/2010/07/blog-post_21.html
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
« “Κάποτε” και “Τώρα”…»
[Κυκλοφορεί στο Internet. Το αναδημοσιεύω]:
« “Κάποτε” και “Τώρα”…»
Κάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές, σήμερα έχει δύο.
Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες, σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα.
Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας.
Τώρα τα λέμε μέσω MSN και MAIL.
Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να
ακούσουμε το κελαΐδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.
Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες.
Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.
Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά. Σήμερα το λέμε και με SMS.
Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι. Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ ...3000 κυβικών.
Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια. Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο.
Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και ..ήμασταν ευτυχισμένοι.
Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα ...;
Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό. Σήμερα μας το λέει ο navigator.
Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά. Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και ...αρρωσταίνουμε.
Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας.
Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός.
Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε. Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα.
Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ ...
Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό. Σήμερα είναι μαλακία.
Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη. Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα.
Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη, σήμερα μας ξεκουφαίνει η...Μπεζαντάκου.
Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδούν με κάτι άλλο.
Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη. Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου.
Κάποτε διαβάζαμε κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν ...τους κακούς.
Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με την κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψυθιρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στις Άλπεις. Και ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ και τον Μαυρίκιο.
Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος». Σήμερα λέμε «Αυτός φταίει» ...
Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσαντιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.
Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας. Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.
Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι! Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.
Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό. Σήμερα ... μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια της Αθηνας.
Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος. Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος.
Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας. Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.
Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους. Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.
Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε. Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.
Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα...
Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν Ζωή ...;.
Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009
Η ζωή και η επιτυχία
Σε ένα νησί του Αιγαίου ένας Αμερικάνος κάθεται το παραλιακό καφενείο πίνοντας ούζο. Σε λίγο καταφθάνει μια ψαρόβαρκα. Από μέσα βγαίνει ένας ψαράς κρατώντας τρία ωραία ψάρια.
- Ωραία ψάρια, λέει ο Αμερικάνος, τι θα τα κάνεις;
- Το ένα θα το πάρω στην οικογένειά μου και τα άλλα δύο τα πουλάω.
- Πόση ώρα σου πήρε να τα ψαρέψεις;
- Δύο ώρες , απαντά ο ψαράς.
- Γιατί δεν ψαρεύεις περισσότερες ώρες για να βγάλεις περισσότερα ψάρια; Τι κάνεις τον υπόλοιπο καιρό;
- Ξυπνάω κατά τις 9 το πρωί και παίρνω το πρωινό μου μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα μου. Παίζουμε λιγάκι και μετά ξεκινάω για ψάρεμα. Πιάνω τρία ψάρια και γυρνάω. Ψήνουμε το ψάρι, καθόμαστε όλοι στο τραπέζι και συζητάμε και γελάμε. Μετά ρίχνω έναν υπνάκο μέχρι το απόγευμα. Παίζω με τα παιδιά μου και μετά κατεβαίνω στο καφενείο να βρω την παρέα μου. Πίνουμε κανένα ουζάκι, φιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, τσιμπάμε κανένα μεζέ και μετά πιάνουμε την κιθάρα μέχρι το βραδάκι, οπότε γυρνάμε στο σπίτι.
- Έχεις σκεφτεί ότι αν δούλευες έξη ή οκτώ ώρες θα έπιανες 9 ψάρια , θα κρατούσες το ένα , θα πουλούσες τα 8 και θα έβγαζες περισσότερα χρήματα;
- Και μετά; του λέει ο ψαράς;
- Μετά θα προσλάμβανες άλλον έναν ψαρά, θα αγόραζες και δεύτερη βάρκα και θα έπιανες 18 ψάρια.
- Και μετά;
- Μετά θα αγόραζες σιγά-σιγά και άλλες βάρκες, έως ότου θα είχες έναν μικρό στόλο. Θα έπιανες του κόσμου τα ψάρια, θα μπορούσες να εμπορευτείς μόνος σου τα ψάρια, χωρίς τον ενδιάμεσο ψαρέμπορα που χωρίς αμφιβολία θα σε κλέβει.
- Και μετά; ρωτάει ο ψαράς
- Μετά θα μάζευες και από τα γύρω νησιά τα ψάρια και θα έφτιαχνες μια μεγάλη επιχείρηση. Φυσικά μια μεγάλη επιχείρηση χρειάζεται να βρίσκεται κάπου κεντρικά, στον Πειραιά για παράδειγμα.
- Και μετά ;
- Μετά όταν η εταιρεία σου θα είναι πολύ μεγάλη, θα την εισάγεις στο χρηματιστήριο και θα βγάλεις πολλαπλάσια χρήματα.
- Και μετά ;
- Όταν θα έχει φθάσει η μετοχή στα ύψη , θα την πουλήσεις .
- Και μετά; ρωτάει ξανά ο ψαράς.
- Μετά, θα πάρεις τα χρήματα και θα αποσυρθείς. Θα πας σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Θα ξυπνάς στις 9 το πρωί , θα παίρνεις το πρωινό με τα παιδία σου και θα φεύγεις για ένα δίωρο ξεκούραστο ψάρεμα, θα γυρίζεις το μεσημέρι και θα τρως με την οικογένειά σου . . . .
Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008
Από το βιβλίο “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά
[Απόσπασμα από το “H πείνα και η δίψα του ανθρώπου”, του βιβλίου “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά, σελ. 11-18]:
«Η δίψα του απόλυτου είναι ένα δεύτερο πάθος. “Βλέπεις, θέλω πολλά, ίσως τα θέλω όλα”, έγραφε ο ποιητής. Μα όχι “ίσως”. Εμείς τα θέλουμε όλα. Η ζωή είναι λίγη, όχι χρονικά λίγη, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθειά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε. Κι η δίψα αυτή είναι η πιο βασανιστική, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας… πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.
Τι διψάμε; Διψάμε ένταση, διάρκεια, ποικιλία. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων. Μέσα μας υπάρχει ένας χώρος χωρίς έκταση, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση.
Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή».
* * *
[Απόσπασμα από το “Εγώ μόνος και ο Θεός”, του βιβλίου “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά, σελ. 42-47]:
«[…] Μα δε σταμάτησα τη μεγάλη οδοιπορία μου ούτε στο δάσος ούτε στη θάλασσα ούτε στο μόχθο του ανθρώπου ούτε στον έρωτα που κάνει πάλι παρθένα τη ζωή. Γιατί παντού εκεί υπήρχε κάτι από την παρουσία του Θεού, μα εγώ Τον ζητούσα ολόκληρον. Και τράβηξα μακριά, πολύ μακριά, κι έμεινα πίσω όλα αυτά τα συναπαντήματα κι απόμεινα να περπατώ στην έρημο, σε μια ζωή που ήταν όλη μια έρημος. Γιατί ο Θεός δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο όταν απομένεις μονάχος. ¨όταν μέσα στην ερημιά του κόσμου ζήσεις τη δική σου γυμνή μοναχικότητα και την παρουσία του Θεού μόνο. Αυτός είναι ο κλήρος του κάθε ανθρώπου που ζητάει το Θεό πάνω στη γη. Γι’ αυτό και περπατώ αδιάκοπα στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, χωρίς σταθμό κι ανάπαυλα. Μόνη η ηχώ των βημάτων μου με συντροφεύει στην ερημιά του κόσμου. Και μέσα σ’ αυτή την ερημιά, που είναι όλο γωνιές και όλο καμπές, καρτερώ το Θεό. Γιατί ξέρω πως υπάρχει, ξέρω πως με περιμένει εκεί που σβήνει ο δρόμος, σε μια γωνιά ή σ’ ένα λόφο. Αυτή η αναμονή είναι κιόλας μια γεύση του Θεού. Μέσα στον κόσμο υπάρχω εγώ μόνος, που περπατώ μέσ’ στην απέραντη ερημιά, κι ο Θεός που Τον ψηλαφώ να παραμονεύει εκεί που σβήνουν οι δρόμοι…
…Κι είναι η ατέλειωτη πορεία μου κι η απέραντη ερημιά κι η συντροφιά του Θεού ένα μεγάλο μαρτύριο και μια μεγάλη ανάπαυση».
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008
Ζητώντας το φως
στα σκοτάδια που γυρνάτε,
σαν τι να ’ναι που ζητάτε;
Τόσος δρόμος, τόσοι κόποι
μεσ’ στο σκοτεινό στρατί
τ’ ανηφορικό, γιατί;
νυχτωμένοι στρατοκόποι;
Να! Σε λίγο αρχίζ’ η μπόρα:
Σύγνεφα, βροντή, καπνός.
Και το λιγοστό αστροφώς
που σιγοφέγγει τώρα
όπου ναν’ κι αυτό θα σβύσει.
Και σεις τρέχετε, γυρνάτε,
λες και βιάζεστε να πάτε
σε νυκτερινό μεθύσι.
Τόσος δρόμος, τόσοι κόποι!
σαν τι να ’ναι που ζητάτε
στα σκοτάδια που γυρνάτε,
νυχτωμένοι στρατοκόποι;
-Τι ζητάμε; Φως, διαβάτη;
Είν’ ο πόθος ο βαθύς
κάθε ανθρώπινης ψυχής.
Σαν ποιο ναν’ το μονοπάτι,
που στο Φως θε να μας φέρει;
Αχ! κανείς μας δεν το ξέρει.
Φως ζητάμε, Φως διαβάτη.
Πήραμ’ ένα γιδοστράτι
Και χαθήκαμε στα σκότη,
απ’ την πρώτη μας τη νιότη,
και ζητάμε κι όλο πάμε
κι όσο πάμε και ζητάμε.
Πόσα χρόνια πάνε τώρα;
Χίλια; Δυό χιλιάδες; Τρεις;
Μέτρησέ μας τα αν μπορείς.
Με την ίδια πάντα φόρα,
Στο σκοτάδι, στ’ αστροφώς,
τριγυρνάμε σαν αλήτες,
νυχτωμένοι, παρωρίτες,
και γυρεύουμε το Φως.
Πήγαμε στη Βαβυλώνα,
στο Θιβέτ, στην Καρχηδόνα,
στης Αιγύπτου τις ερμιές.
Μας εμάθαν όλοι οι δρόμοι
κι όλες οι νεροσυρμές
ως την Κίνα κι ως τη Ρώμη.
Τίποτα! Νεκρές ελπίδες!
Δεν ευρήκαμε παρά
λιγοστές χλωμές ακτίδες.
Φως ζητάμε, Φως, διαβάτη.
Ξαναπαίρνουμε φτερά
και πετάμε νύχτα – μέρα
απ’ τον Νείλο στον Ευφράτη
κι ως τις θάλασσες κι ως πέρα.
Τρέξαμε στο Καπιτώλιο
και στον βράχο τον αιώνιο,
κι ανεβήκαμε κι αυτές
του Ολύμπου τις κορφές.
Μα και δω η χαρά σαν πρώτα
σβύστηκε σαν λευκαφρός:
Ήταν φώτα, χίλια φώτα
μα δεν ήτανε το Φως…
Και κινήσαμε και πάλι
Και ριχτήκαμε ξανά
στα λαγκάδια, στα βουνά,
στα σκοτάδια και στην πάλη.
Και γυρνάμε σαν αλήτες,
νυχτωμένοι παρωρίτες
στο σκοτάδι, στ’ αστροφώς.
Αχ! πονόψυχε διαβάτη,
πες εσύ, ποιο μονοπάτι,
θα μας φέρει προς το Φως;
-Κουρασμένοι στρατοκόποι,
που σας είδαν τόσοι τόποι,
που σας θόλωσαν το μάτι
καταιγίδα, ανεμοζάλη,
δίψα, θλίψη, φόβος, μπόρα,
πάρτε και το μονοπάτι
το φτωχό, που θα σας βγάλει
προς της Βηθλεέμ τη χώρα.
Είν’ το ίδιο το στρατί
το ματόβρεχτο που φθάνει
στο μαρτυρικό στεφάνι
κι ως το Γολγοθά κρατεί.
Ακολουθάτε το, ακολουθάτε:
Απ’ τη Φάτνη ως το Σταυρό
μπόρεσα και γω να βρω
τ’ άυλο Φως π’ αναζητάτε.
[Μελοποίηση από τον μουσικοσυνθέτη Απόστολο Βαλληνδρά]
Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2007
Τι είναι η ζωή
Η ζωή είναι ομορφιά. Θαυμάστε την.
Η ζωή είναι ευδαιμονία. Δοκιμάστε την.
Η ζωή είναι όνειρο. Πραγματοποιήστε το.
Η ζωή είναι πρόκληση. Αντιμετωπίστε την.
Η ζωή είναι καθήκον. Εκπληρώστε το.
Η ζωή είναι παιχνίδι. Παίξτε το.
Η ζωή είναι ακριβή. Προσέξτε την.
Η ζωή είναι πλούτος. Διατηρήστε τον.
Η ζωή είναι αγάπη. Απολαύστε την.
Η ζωή είναι μυστήριο. Γνωρίστε το.
Η ζωή είναι υπόσχεση. Κρατήστε την.
Η ζωή είναι λύπη. Ξεπεράστε την.
Η ζωή είναι τραγούδι. Τραγουδήστε το.
Η ζωή είναι αγώνας. Δεχτείτε τον.
Η ζωή είναι τραγωδία. Κάντε κουράγιο.
Η ζωή είναι περιπέτεια. Τολμήστε.
Η ζωή είναι ζωή. Σώστε την!
Η ζωή είναι τύχη. Εκμεταλλευτείτε την.
Η ζωή είναι πολύ πολύτιμη. Μην την καταστρέφετε.
[Μητέρα Τερέζα]
Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007
Οι Άνθρωποι (Ποίημα)
Οι άνθρωποι
Σας αντάμωσα στην αρχή της πορείας μου
τότε που με μόνη αποσκευή τα όνειρά μου
είχα κινήσει για το μεγάλο ταξίδι.
Τότε... λίγο πριν αποφασίσω για της ζωής μου το δρόμο
σας συνάντησα...
Κι ήσασταν αλήθεια πολλοί... Άνθρωποι... άνθρωποι...
Και προχωρούσατε...
και πηγαίνατε χωρίς πουθενά να σκοντάφτετε,
γιατ' ήταν κατηφόρα ο δρόμος σας.
Και κατεβαίνατε... και κατεβαίνατε...
με το ίδιο πάντα αργό βήμα,
λες και φοβόσασταν μη φτάσετε κάποτε στο τέρμα.
Κι ήταν κλειστές οι εκκλησίες σας
και σβησμένες οι λαμπάδες σας.
Κι ήταν δίχως σημαίες τα κάστρα σας
κι αραχνιασμένα τα καμπαναριά σας.
Μόνο βιολιά αντηχούσαν στον δρόμο σας
τα βιολιά... κι οι φωνές σας.
Ναι!... ήσασταν στ' αλήθεια πολλοί.
Άνθρωποι... άνθρωποι...
που τριβόσασταν αγκώνα μ' αγκώνα,
μα τα χέρια σας ήταν άδεια.
Άνθρωποι πολλοί
που όμως ήσασταν ξένοι κι έρημοι
μες στην πληθώρα των ανθρώπων.
Τότε...
Ζήτησα να δω τα μάτια σας
και δεν βρήκα παρά μαύρους κύκλους γύρω απ' αυτά.
Ζήτησα ν' ακούσω το τραγούδι σας
και σας άκουσα μονότονα να επαναλαμβάνετε
"όλα πάνε καλά".
Έψαξα να βρω τις καρδιές σας
και μού’πατε πως τις είχατε από χρόνια αμπαρωμένες
κι ίσως... να μη ζούσανε πια.
Ρώτησα για τα όνειρά σας
και μ' απαντήσατε πως είχαν πεθάνει, πριν γεννηθούν.
Έψαξα για χαμόγελα
και δεν βρήκα παρά συμμετρικές κινήσεις
που αγγίζανε μόνο τα χείλη σας.
Τότε... ρώτησα…
πού βγάζει ο δρόμος σας
και μου δείξατε ένα μνήμα...
"για κει τραβάμε όλοι" μού’πατε με μια φωνή
και βιαστήκατε ν' αλλάξουμε συζήτηση.
Κι ωστόσο...
Λέγατε πως ήσασταν ευτυχισμένοι.
Κι ήτανε αναμμένα τα πλούσια φώτα σας
κι είχατε λουλούδια στους δρόμους.
Κι ήταν γεμάτες οι βιτρίνες σας
από φτηνές πραγμάτειες
και ντυμένα τα λόγια σας με χαρτιά πολυτελείας.
Όλα φάνταζαν στον δρόμο σας
κι όλα μοιάζαν με χρυσάφι.
Κι έπαιζαν σειρηνικά τα βιολιά σας
και ηχούσαν τα βιολιά σας.
Κι αντηχούσαν σαν κλάμα και... σαν κλάμα.
Και φωνάζατε σείς..
Και γελούσατε...
Και γλεντούσατε...
Και γλεντούσατε... δίχως μάτια και δίχως καρδιά
δίχως χαμόγελα και δίχως τραγούδια...
δίχως όνειρα και δίχως τέρμα…
κι ωστόσο λέγατε πως ήσασταν ευτυχισμένοι.
Όμως...
Τί κι αν είστε οι πολλοί στην πορεία σας;
Τί κι αν στιγμή δε νυστάζουν τα δικά σας βιολιά;
Τί με νοιάζει εμένα;
Προτιμώ τον ανήφορο.
Τους γενναίους της γης που ολοένα προχωρούν
από κορφή σ' άλλη κορφή να πάνε.
Προτιμώ τα μάτια μου.
Προτιμώ του ήλιου το φως.
Προτιμώ τις καμπάνες.
Προτιμώ τις σημαίες.
Προτιμώ το Τέρμα... εκείνο το Τέρμα
που βγάζει απ' τα νέφη κι απ' τον ήλιο πιο πάνω.
Προτιμώ τον ανήφορο!...
Να πεθάνω εγώ
δεν μπορώ να πεθάνω!...

