Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωής σκοπός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωής σκοπός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Τέσσερεις διδακτικές ιστορίες…


A!

Ο αγώνας

Ήταν κάποτε μία ελληνική ομάδα κωπηλασίας. Η Ελλάδα και η Ιαπωνία συμφώνησαν να κάνουν έναν ετήσιο αγώνα κωπηλασίας. Σε κάθε ομάδα θα συμμετείχαν 8 άτομα. Και οι δύο ομάδες δούλεψαν σκληρά για να είναι σε φόρμα. Την ημέρα του αγώνα και οι δύο ομάδες ήταν σε παρόμοια φυσική κατάσταση. Παρ' όλα αυτά, οι Γιαπωνέζοι νίκησαν με 1 χιλιόμετρο διαφορά. Η διάθεση της Ελληνικής ομάδας είχε πιάσει πάτο. Η διοίκηση αποφάσισε ότι έπρεπε πάσει θυσία να κερδίσουν την επόμενη χρονιά. Έτσι, προσέλαβαν μία ομάδα αναλυτών για να παρακολουθήσουν κατάσταση και να προτείνουν μία κατάλληλη λύση. Μετά από μακροχρόνιες αναλύσεις και έρευνες, οι αναλυτές δήλωσαν ότι η Γιαπωνέζικη ομάδα είχε επτά κωπηλάτες κι έναν μόνο καπετάνιο. Φυσικά, η Ελληνική ομάδα είχε επτά καπετάνιους κι έναν μόνο κωπηλάτη. Έχοντας ένα τόσο σημαντικό πρόβλημα, η διοίκηση έδειξε εκπληκτική σοφία: Προσέλαβαν την ομάδα των συμβούλων για να αναδιοργανώσουν την Ελληνική ομάδα. Μετά από αρκετούς μήνες, οι σύμβουλοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν πάρα πολλοί καπετάνιοι κι ελάχιστοι κωπηλάτες σην Ελληνική ομάδα. Πρότειναν μία λύση γι' αυτό το πρόβλημα: Η σύσταση της Ελληνικής ομάδας έπρεπε ν' αλλάξει! Έτσι, από σήμερα, θα υπήρχαν τέσσερις καπετάνιοι στη βάρκα, οι οποίοι θα έδιναν εντολές σε δύο προϊσταμένους, σε έναν τμηματάρχη και σε έναν κωπηλάτη. Πέρα απ' αυτό, οι σύμβουλοι πρότειναν να βελτιωθεί το περιβάλλον εργασίας του κωπηλάτη και να υπάρχει ανταγωνισμός. Την επόμενη χρονιά, οι Γιαπωνέζοι κέρδισαν με 2 χιλιόμετρα διαφορά. Η Ελληνική ομάδα αμέσως απέλυσε τον κωπηλάτη από την ομάδα λόγω της μη ικανοποιητικής απόδοσής του. Μα στην διοίκηση δόθηκε μεγάλο χρηματικό ποσό ως επιβράβευση για την μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλλε η ομάδα κατά τη διάρκεια των προπονήσεων. Η ομάδα συμβούλων αμέσως ετοίμασε και δεύτερη ανάλυση, η οποία έδειχνε πως τα κίνητρα υπήρχαν, η διάθεση υπήρχε, μα το μέσο έπρεπε ν' αλλάξει. Αυτή τη στιγμή η Ελληνική ομάδα σχεδιάζει νέα βάρκα.


Β!

Χρηματιστήριο (1)

Μια φορά και έναν καιρό σ´ ένα χωριό, ένας άντρας, ο Χάρης, ανακοίνωσε στους χωρικούς ότι θα αγόραζε μαϊμούδες προς 10 δολάρια τη μία. Ξέροντας οι χωρικοί ότι υπήρχαν πολλές μαϊμούδες γύρω στο δάσος πήγαν και τις έπιασαν. Ο Χάρης αγόρασε χιλιάδες προς 10 δολάρια τη μία όπως είπε. Το εμπόρευμα όμως λιγόστευε και οι χωρικοί σταμάτησαν να κυνηγάνε μαϊμούδες.

Ο Χάρης ξαναανακοινώνει ότι θα αγόραζε μαϊμούδες για 20 δολάρια τη μία. Οι χωρικοί έτρεξαν και έπιασαν και άλλες μαϊμούδες. Σύντομα όμως οι μαϊμούδες λιγόστεψαν κι άλλο, οι χωρικοί επέστρεψαν στα κτήματά τους.

Ο Χάρης ανακοινώνει πάλι ότι επειδή δεν υπάρχουν πλέον πολλές μαϊμούδες θα αγόραζε τη μία προς 25 δολάρια. Οι χωρικοί πιάνουν και τις λίγες που έμειναν.

Ο Χάρης τούς λέει καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχουν πλέον παρά ελάχιστες μαϊμούδες γι' αυτό και εγώ θα σας δώσω 50 δολάρια τη μία. Αλλά επειδή πρέπει να φύγω για την πόλη για δουλειές θα αναλάβει την αγοροπωλησία ο βοηθός μου.

Ο βοηθός φωνάζει τους χωρικούς και τους λέει. Κοιτάξτε τι έκανε ο Χάρης. Γέμισε ένα στάβλο γεμάτο με μαϊμούδες, θα σας τις πουλήσω εγώ για 35 δολάρια τη μία και όταν γυρίσει ο Χάρης τού τις πουλάτε εσείς για 50 δολάρια τη μία.

Οι χωρικοί στριμώχτηκαν μάζεψαν όλες τις οικονομίες τους και αγόρασαν όλες τις μαϊμούδες.

Δεν ξαναείδαν ούτε τον βοηθό ούτε τον Χάρη.

Καλώς ήρθατε στη Wall Street.


Γ!

Χρηματιστήριο (2)

Ο Billy πήγε στο Τέξας και αγόρασε από ένα αγρότη ένα γάιδαρο έναντι του ποσού των 100 δολλαρίων. Ο αγρότης συμφώνησε να του τον παραδώσει την επόμενη μέρα.

Την επόμενη μέρα ο αγρότης του είπε: “Συγνώμη αλλά έχω άσχημα νέα, ο γάιδαρος ψόφησε”.

Billy: “Τότε δώσε μου τα λεφτά μου πίσω”.

Aγρότης: “Δεν μπορώ να το κάνω γιατί τα έχω ήδη ξοδέψει”.

Billy: “Εντάξει, τότε δώσε μου τον νεκρό γάιδαρο”.

Αγρότης: “Τι θα τον κάνεις;”

Billy: “Θα τον βγάλω σε λοτταρία”.

Αγρότης: “Αποκλείεται να βγάλεις σε λοταρία τον ψόφιο γάιδαρο”.

Billy: “Φυσικά και μπορώ, απλά δεν θα πω σε κανένα ότι είναι ψόφιος”.

Ένα μήνα αργότερα ο αγρότης βρέθηκε ξανά με τον Billy και τον ρώτησε: “Τι έγινε με τον ψόφιο γάιδαρο;”

Billy: “Τον έβγαλα σε λοταρία. Πούλησα 500 εισιτήρια προς δύο δολάρια το ένα και έτσι εισέπραξα 1.000 δολλάρια!”

Aγρότης: “Καλά, κανένας δεν παραπονέθηκε;”

Billy: “Μόνο ο τύπος που τον κέρδισε, και για να μην φωνάζει του έδωσα πίσω τα δύο του δολάρια”.

Ο Billy τώρα εργάζεται για την Goldman Sachs.


Δ!

Επιτυχία και Ζωή

Σε ένα νησί του Αιγαίου ένας Αμερικάνος κάθεται το παραλιακό καφενείο πίνοντας ούζο. Σε λίγο καταφθάνει μια ψαρόβαρκα. Από μέσα βγαίνει ένας ψαράς κρατώντας τρία ωραία ψάρια.

- Ωραία ψάρια, λέει ο Αμερικάνος, τι θα τα κάνεις;

- Το ένα θα το πάρω στην οικογένειά μου και τα άλλα δύο τα πουλάω.

- Πόση ώρα σου πήρε να τα ψαρέψεις;

- Δύο ώρες , απαντά ο ψαράς.

- Γιατί δεν ψαρεύεις περισσότερες ώρες για να βγάλεις περισσότερα ψάρια; Τι κάνεις τον υπόλοιπο καιρό;

- Ξυπνάω κατά τις 9 το πρωί και παίρνω το πρωινό μου μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα μου. Παίζουμε λιγάκι και μετά ξεκινάω για ψάρεμα. Πιάνω τρία ψάρια και γυρνάω. Ψήνουμε το ψάρι, καθόμαστε όλοι στο τραπέζι και συζητάμε και γελάμε. Μετά ρίχνω έναν υπνάκο μέχρι το απόγευμα. Παίζω με τα παιδιά μου και μετά κατεβαίνω στο καφενείο να βρω την παρέα μου. Πίνουμε κανένα ουζάκι, φιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, τσιμπάμε κανένα μεζέ και μετά πιάνουμε την κιθάρα μέχρι το βραδάκι, οπότε γυρνάμε στο σπίτι.

- Έχεις σκεφτεί ότι αν δούλευες έξη ή οκτώ ώρες θα έπιανες 9 ψάρια , θα κρατούσες το ένα , θα πουλούσες τα 8 και θα έβγαζες περισσότερα χρήματα;

- Και μετά; του λέει ο ψαράς;

- Μετά θα προσλάμβανες άλλον έναν ψαρά, θα αγόραζες και δεύτερη βάρκα και θα έπιανες 18 ψάρια.

- Και μετά;

- Μετά θα αγόραζες σιγά-σιγά και άλλες βάρκες, έως ότου θα είχες έναν μικρό στόλο. Θα έπιανες του κόσμου τα ψάρια, θα μπορούσες να εμπορευτείς μόνος σου τα ψάρια, χωρίς τον ενδιάμεσο ψαρέμπορα που χωρίς αμφιβολία θα σε κλέβει.

- Και μετά; ρωτάει ο ψαράς

- Μετά θα μάζευες και από τα γύρω νησιά τα ψάρια και θα έφτιαχνες μια μεγάλη επιχείρηση. Φυσικά μια μεγάλη επιχείρηση χρειάζεται να βρίσκεται κάπου κεντρικά, στον Πειραιά για παράδειγμα.

- Και μετά ;

- Μετά όταν η εταιρεία σου θα είναι πολύ μεγάλη, θα την εισάγεις στο χρηματιστήριο και θα βγάλεις πολλαπλάσια χρήματα.

- Και μετά ;

- Όταν θα έχει φθάσει η μετοχή στα ύψη , θα την πουλήσεις .

- Και μετά; ρωτάει ξανά ο ψαράς.

- Μετά, θα πάρεις τα χρήματα και θα αποσυρθείς. Θα πας σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Θα ξυπνάς στις 9 το πρωί, θα παίρνεις το πρωινό με τα παιδιά σου και θα φεύγεις για ένα δίωρο ξεκούραστο ψάρεμα, θα γυρίζεις το μεσημέρι και θα τρως με την οικογένειά σου…



Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Η ζωή και η επιτυχία

Σε ένα νησί του Αιγαίου ένας Αμερικάνος κάθεται το παραλιακό καφενείο πίνοντας ούζο. Σε λίγο καταφθάνει μια ψαρόβαρκα. Από μέσα βγαίνει ένας ψαράς κρατώντας τρία ωραία ψάρια.

- Ωραία ψάρια, λέει ο Αμερικάνος, τι θα τα κάνεις;

- Το ένα θα το πάρω στην οικογένειά μου και τα άλλα δύο τα πουλάω.

- Πόση ώρα σου πήρε να τα ψαρέψεις;

- Δύο ώρες , απαντά ο ψαράς.

- Γιατί δεν ψαρεύεις περισσότερες ώρες για να βγάλεις περισσότερα ψάρια; Τι κάνεις τον υπόλοιπο καιρό;

- Ξυπνάω κατά τις 9 το πρωί και παίρνω το πρωινό μου μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα μου. Παίζουμε λιγάκι και μετά ξεκινάω για ψάρεμα. Πιάνω τρία ψάρια και γυρνάω. Ψήνουμε το ψάρι, καθόμαστε όλοι στο τραπέζι και συζητάμε και γελάμε. Μετά ρίχνω έναν υπνάκο μέχρι το απόγευμα. Παίζω με τα παιδιά μου και μετά κατεβαίνω στο καφενείο να βρω την παρέα μου. Πίνουμε κανένα ουζάκι, φιλοσοφούμε, καλαμπουρίζουμε, τσιμπάμε κανένα μεζέ και μετά πιάνουμε την κιθάρα μέχρι το βραδάκι, οπότε γυρνάμε στο σπίτι.

- Έχεις σκεφτεί ότι αν δούλευες έξη ή οκτώ ώρες θα έπιανες 9 ψάρια , θα κρατούσες το ένα , θα πουλούσες τα 8 και θα έβγαζες περισσότερα χρήματα;

- Και μετά; του λέει ο ψαράς;

- Μετά θα προσλάμβανες άλλον έναν ψαρά, θα αγόραζες και δεύτερη βάρκα και θα έπιανες 18 ψάρια.

- Και μετά;

- Μετά θα αγόραζες σιγά-σιγά και άλλες βάρκες, έως ότου θα είχες έναν μικρό στόλο. Θα έπιανες του κόσμου τα ψάρια, θα μπορούσες να εμπορευτείς μόνος σου τα ψάρια, χωρίς τον ενδιάμεσο ψαρέμπορα που χωρίς αμφιβολία θα σε κλέβει.

- Και μετά; ρωτάει ο ψαράς

- Μετά θα μάζευες και από τα γύρω νησιά τα ψάρια και θα έφτιαχνες μια μεγάλη επιχείρηση. Φυσικά μια μεγάλη επιχείρηση χρειάζεται να βρίσκεται κάπου κεντρικά, στον Πειραιά για παράδειγμα.

- Και μετά ;

- Μετά όταν η εταιρεία σου θα είναι πολύ μεγάλη, θα την εισάγεις στο χρηματιστήριο και θα βγάλεις πολλαπλάσια χρήματα.

- Και μετά ;

- Όταν θα έχει φθάσει η μετοχή στα ύψη , θα την πουλήσεις .

- Και μετά; ρωτάει ξανά ο ψαράς.

- Μετά, θα πάρεις τα χρήματα και θα αποσυρθείς. Θα πας σε ένα νησάκι στο Αιγαίο. Θα ξυπνάς στις 9 το πρωί , θα παίρνεις το πρωινό με τα παιδία σου και θα φεύγεις για ένα δίωρο ξεκούραστο ψάρεμα, θα γυρίζεις το μεσημέρι και θα τρως με την οικογένειά σου . . . .

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008

Ζητώντας το φως

-Νυχτωμένοι στρατοκόποι,
στα σκοτάδια που γυρνάτε,
σαν τι να ’ναι που ζητάτε;
Τόσος δρόμος, τόσοι κόποι
μεσ’ στο σκοτεινό στρατί
τ’ ανηφορικό, γιατί;
νυχτωμένοι στρατοκόποι;

Να! Σε λίγο αρχίζ’ η μπόρα:
Σύγνεφα, βροντή, καπνός.
Και το λιγοστό αστροφώς
που σιγοφέγγει τώρα
όπου ναν’ κι αυτό θα σβύσει.
Και σεις τρέχετε, γυρνάτε,
λες και βιάζεστε να πάτε
σε νυκτερινό μεθύσι.

Τόσος δρόμος, τόσοι κόποι!
σαν τι να ’ναι που ζητάτε
στα σκοτάδια που γυρνάτε,
νυχτωμένοι στρατοκόποι;

-Τι ζητάμε; Φως, διαβάτη;
Είν’ ο πόθος ο βαθύς
κάθε ανθρώπινης ψυχής.
Σαν ποιο ναν’ το μονοπάτι,
που στο Φως θε να μας φέρει;
Αχ! κανείς μας δεν το ξέρει.

Φως ζητάμε, Φως διαβάτη.
Πήραμ’ ένα γιδοστράτι
Και χαθήκαμε στα σκότη,
απ’ την πρώτη μας τη νιότη,
και ζητάμε κι όλο πάμε
κι όσο πάμε και ζητάμε.

Πόσα χρόνια πάνε τώρα;
Χίλια; Δυό χιλιάδες; Τρεις;
Μέτρησέ μας τα αν μπορείς.
Με την ίδια πάντα φόρα,
Στο σκοτάδι, στ’ αστροφώς,
τριγυρνάμε σαν αλήτες,
νυχτωμένοι, παρωρίτες,
και γυρεύουμε το Φως.

Πήγαμε στη Βαβυλώνα,
στο Θιβέτ, στην Καρχηδόνα,
στης Αιγύπτου τις ερμιές.
Μας εμάθαν όλοι οι δρόμοι
κι όλες οι νεροσυρμές
ως την Κίνα κι ως τη Ρώμη.

Τίποτα! Νεκρές ελπίδες!
Δεν ευρήκαμε παρά
λιγοστές χλωμές ακτίδες.
Φως ζητάμε, Φως, διαβάτη.
Ξαναπαίρνουμε φτερά
και πετάμε νύχτα – μέρα
απ’ τον Νείλο στον Ευφράτη
κι ως τις θάλασσες κι ως πέρα.

Τρέξαμε στο Καπιτώλιο
και στον βράχο τον αιώνιο,
κι ανεβήκαμε κι αυτές
του Ολύμπου τις κορφές.

Μα και δω η χαρά σαν πρώτα
σβύστηκε σαν λευκαφρός:
Ήταν φώτα, χίλια φώτα
μα δεν ήτανε το Φως…
Και κινήσαμε και πάλι
Και ριχτήκαμε ξανά
στα λαγκάδια, στα βουνά,
στα σκοτάδια και στην πάλη.

Και γυρνάμε σαν αλήτες,
νυχτωμένοι παρωρίτες
στο σκοτάδι, στ’ αστροφώς.
Αχ! πονόψυχε διαβάτη,
πες εσύ, ποιο μονοπάτι,
θα μας φέρει προς το Φως;

-Κουρασμένοι στρατοκόποι,
που σας είδαν τόσοι τόποι,
που σας θόλωσαν το μάτι
καταιγίδα, ανεμοζάλη,
δίψα, θλίψη, φόβος, μπόρα,
πάρτε και το μονοπάτι
το φτωχό, που θα σας βγάλει
προς της Βηθλεέμ τη χώρα.

Είν’ το ίδιο το στρατί
το ματόβρεχτο που φθάνει
στο μαρτυρικό στεφάνι
κι ως το Γολγοθά κρατεί.
Ακολουθάτε το, ακολουθάτε:
Απ’ τη Φάτνη ως το Σταυρό
μπόρεσα και γω να βρω
τ’ άυλο Φως π’ αναζητάτε.
Γεώργιος Βερίτης (ή Αλεξανδρος Γκιάλας)
[Μελοποίηση από τον μουσικοσυνθέτη Απόστολο Βαλληνδρά]
Υ.Γ. Σχετικό κείμενό μου ανάρτησα στο άλλο ιστολόγιό μου:

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Οι Άνθρωποι (Ποίημα)

Το παρακάτω ποίημα το ανακάλυψα στο διαδίκτυο, σε ανύποπτο χρόνο. Δεν γνωρίζω τον ποιητή. Ας είναι καλά, όποιος κι αν είναι!... Τον ευχαριστώ, από καρδιάς…


Οι άνθρωποι

Σας αντάμωσα στην αρχή της πορείας μου
τότε που με μόνη αποσκευή τα όνειρά μου
είχα κινήσει για το μεγάλο ταξίδι.
Τότε... λίγο πριν αποφασίσω για της ζωής μου το δρόμο
σας συνάντησα...
Κι ήσασταν αλήθεια πολλοί... Άνθρωποι... άνθρωποι...
Και προχωρούσατε...
και πηγαίνατε χωρίς πουθενά να σκοντάφτετε,
γιατ' ήταν κατηφόρα ο δρόμος σας.
Και κατεβαίνατε... και κατεβαίνατε...
με το ίδιο πάντα αργό βήμα,
λες και φοβόσασταν μη φτάσετε κάποτε στο τέρμα.
Κι ήταν κλειστές οι εκκλησίες σας
και σβησμένες οι λαμπάδες σας.
Κι ήταν δίχως σημαίες τα κάστρα σας
κι αραχνιασμένα τα καμπαναριά σας.
Μόνο βιολιά αντηχούσαν στον δρόμο σας
τα βιολιά... κι οι φωνές σας.
Ναι!... ήσασταν στ' αλήθεια πολλοί.
Άνθρωποι... άνθρωποι...
που τριβόσασταν αγκώνα μ' αγκώνα,
μα τα χέρια σας ήταν άδεια.
Άνθρωποι πολλοί
που όμως ήσασταν ξένοι κι έρημοι
μες στην πληθώρα των ανθρώπων.
Τότε...
Ζήτησα να δω τα μάτια σας
και δεν βρήκα παρά μαύρους κύκλους γύρω απ' αυτά.
Ζήτησα ν' ακούσω το τραγούδι σας
και σας άκουσα μονότονα να επαναλαμβάνετε
"όλα πάνε καλά".
Έψαξα να βρω τις καρδιές σας
και μού’πατε πως τις είχατε από χρόνια αμπαρωμένες
κι ίσως... να μη ζούσανε πια.
Ρώτησα για τα όνειρά σας
και μ' απαντήσατε πως είχαν πεθάνει, πριν γεννηθούν.
Έψαξα για χαμόγελα
και δεν βρήκα παρά συμμετρικές κινήσεις
που αγγίζανε μόνο τα χείλη σας.
Τότε... ρώτησα…
πού βγάζει ο δρόμος σας
και μου δείξατε ένα μνήμα...
"για κει τραβάμε όλοι" μού’πατε με μια φωνή
και βιαστήκατε ν' αλλάξουμε συζήτηση.
Κι ωστόσο...
Λέγατε πως ήσασταν ευτυχισμένοι.
Κι ήτανε αναμμένα τα πλούσια φώτα σας
κι είχατε λουλούδια στους δρόμους.
Κι ήταν γεμάτες οι βιτρίνες σας
από φτηνές πραγμάτειες
και ντυμένα τα λόγια σας με χαρτιά πολυτελείας.
Όλα φάνταζαν στον δρόμο σας
κι όλα μοιάζαν με χρυσάφι.
Κι έπαιζαν σειρηνικά τα βιολιά σας
και ηχούσαν τα βιολιά σας.
Κι αντηχούσαν σαν κλάμα και... σαν κλάμα.
Και φωνάζατε σείς..
Και γελούσατε...
Και γλεντούσατε...
Και γλεντούσατε... δίχως μάτια και δίχως καρδιά
δίχως χαμόγελα και δίχως τραγούδια...
δίχως όνειρα και δίχως τέρμα…
κι ωστόσο λέγατε πως ήσασταν ευτυχισμένοι.
Όμως...
Τί κι αν είστε οι πολλοί στην πορεία σας;
Τί κι αν στιγμή δε νυστάζουν τα δικά σας βιολιά;
Τί με νοιάζει εμένα;
Προτιμώ τον ανήφορο.
Τους γενναίους της γης που ολοένα προχωρούν
από κορφή σ' άλλη κορφή να πάνε.
Προτιμώ τα μάτια μου.
Προτιμώ του ήλιου το φως.
Προτιμώ τις καμπάνες.
Προτιμώ τις σημαίες.
Προτιμώ το Τέρμα... εκείνο το Τέρμα
που βγάζει απ' τα νέφη κι απ' τον ήλιο πιο πάνω.
Προτιμώ τον ανήφορο!...
Να πεθάνω εγώ
δεν μπορώ να πεθάνω!...