Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναξιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Μάσκες & Ανθρώπινες σχέσεις


[Το παρακάτω κείμενο το βρήκα, ξεχασμένο, σ’ ένα κιτρινισμένο πια, από τον χρόνο, χαρτί. Δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος μου το είχε δώσει, ποια είναι η πηγή του, ποιος είναι ο συντάκτης του. Δεν είναι από τα κείμενα που “διδάσκουν”. Καταγραφή κάποιων σκέψεων και συναισθημάτων είναι. Που “κάτι” έχει, πιστεύω, να μας προσφέρει… Το ανέσυρα στη μνήμη μου και το αναρτώ, παράλληλα με ένα χθεσινό προσωπικό μου κείμενο για τις Μάσκες – Προσωπεία, για το Πρόσωπο και την Προσωπικότητα, που ανάρτησα στο βασικό μου ιστολόγιο, εδώ: http://seagullstefanos.blogspot.com/2009/02/blog-post_22.html]


Μάσκες & Ανθρώπινες σχέσεις


Σε παρακαλώ, άκου αυτά που δεν λέω. Μην αφήσεις να σε μπερδέψω. Μην αφήσεις να σε πλανέψει το ύφος που παίρνω, γιατί φοράω μάσκες, μάσκες που φοβάμαι να βγάλω. Και καμιά απ΄ αυτές δεν είμαι εγώ.

Η υποκρισία είναι τέχνη που μου ’γινε δεύτερη φύση. Αλλά μην αφήσεις να σε πλανέψει η εντύπωση που δίνω, πως είμαι κοινωνικός, πως όλα μέσα μου είναι όμορφα και πως δεν χρειάζομαι κανέναν. Αλλά μην με πιστέψεις. Το παρουσιαστικό μου μπορεί να φαίνεται σίγουρο, αλλά είναι η μάσκα μου. Κάτω απ’ αυτή είμαι εγώ, όπως αληθινά είμαι: Σαστισμένος, φοβισμένος και μονάχος, αλλά το κρύβω. Δεν θα ’θελα να τον δούνε. Στην απλή σκέψη για τις αδυναμίες μου με πιάνει πανικός και φοβάμαι γενικά να εκτεθώ σε άλλους. Γι’ αυτό ακριβώς εφευρίσκω στην απελπισία μου μάσκες, που πίσω τους μπορώ να κρύβομαι. Ανέμελο ύφος που με βοηθάει να προβάλλω κάτι απατηλά που μ’ ασφαλίζει από την κοφτερή ματιά που θα μ’ αναγνώριζε. Αλλά ακριβώς αυτή η ματιά θα ήταν η σωτηρία μου και το ξέρω. Να ήταν κάποιος να με παραδεχθεί, να μ’ αγαπήσει! Είναι το μόνο που θα μου ’δινε τη σιγουριά που δεν μπορώ να δώσω ο ίδιος στον εαυτό μου, πως πράγματι κάτι αξίζω. Αλλά δεν στο λέω, δεν τολμώ, φοβάμαι. Φοβάμαι πως η ματιά σου δεν θα συνοδεύεται από παραδοχή κι αγάπη. Φοβάμαι πως θα σκεφθείς μικρόψυχα για μένα και πως θα γελάσεις μαζί μου. Και το γέλιο σου θα με σκότωνε. Φοβάμαι πως βαθιά μέσα μου δεν είμαι τίποτα που ν’ αξίζει και πως θα το δεις και θα μ’ αποστραφείς. Έτσι παίζω το παιχνίδι μου, το παιχνίδι της απελπισίας. Έξω μια φάτσα σιγουριάς και μέσα το παιδί που τρέμει. Γι’ αυτό μιλάω και με το εξεζητημένο ύφος της επιφανειακής φλυαρίας. Σου λέω το κάθε τι που δεν είναι αληθινό και τίποτα για όλ’ αυτά που είναι αληθινά και μέσα μου κραυγάζουν. Γι’ αυτό μην αφήσεις να σε μπερδέψουν αυτά που σου λέω από συνήθεια.

Σε παρακαλώ, άκου με προσοχή και προσπάθησε ν’ ακούσεις αυτά που δεν λέω, αυτά που θα ’θελα να λέω, μα δεν μπορώ να πω. Σιχαίνομαι το κρυφτούλι που παίζω. Είναι ένα επιφανειακό κάλπικο παιχνίδι. Θα ’θελα να είμαι αληθινός, γνήσιος κι αυθόρμητος, απλώς εγώ ο ίδιος. Αλλά πρέπει να με βοηθήσεις, πρέπει ν’ απλώσεις το χέρι σου κι ακόμα φαίνεται καλά πως αυτό είναι το τελευταίο που θα ήθελα. Μόνο εσύ μπορείς να με καλέσεις στη ζωή. Κάθε φορά που είσαι ευγενικός και καλός και μου δίνεις θάρρος. Κάθε φορά που ζητάς να καταλάβεις γιατί νοιάζεσαι για μένα αληθινά, αποχτά η καρδιά μου φτερά, πολύ μικρά φτερά, αλλά φτερά. Η διαίσθησή σου και η δύναμη να με καταλάβεις μου δίνουν ζωή. Θα ’θελα να το ξέρεις. Θα ’θελα να ξέρεις πόσο πολύ μπορείς να φτιάξεις από μένα τον άνθρωπο που αληθινά είμαι, αν θέλεις. Σε παρακαλώ, θα ’θελα να θέλεις. Εσύ μονάχα μπορείς να μου βγάλεις τη μάσκα. Εσύ μονάχα μπορείς να μ’ ελευθερώσεις από τον φόβο και την ανασφάλεια, από τη μοναξιά μου. Μη με παραβλέψεις, σε παρακαλώ, μη με προσπεράσεις. Δεν θα σου είναι εύκολο.

Η μακρόχρονη πεποίθηση πως δεν αξίζεις χτίζει γύρω σου χοντρά ντουβάρια. Όσο πιο πολύ με πλησιάζεις, τόσο πιο πολύ οπισθοχωρώ χτυπώντας στα τυφλά. Αμύνομαι ενάντια σ’ αυτό που με κραυγές αποζητώ. Αλλά μου είπαν πως η αγάπη είναι πιο ισχυρή από κάθε έπαλξη, από κάθε ντουβάρι και σ’ αυτό ελπίζω.

Ποιος είμαι; Θέλεις να μάθεις; Είμαι κάποιος που τον ξέρεις καλά και που τον συναντάς κάθε μέρα…

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

Από το βιβλίο “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά

[Απόσπασμα από το “H πείνα και η δίψα του ανθρώπου”, του βιβλίου “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά, σελ. 11-18]:


«Η δίψα του απόλυτου είναι ένα δεύτερο πάθος. “Βλέπεις, θέλω πολλά, ίσως τα θέλω όλα”, έγραφε ο ποιητής. Μα όχι “ίσως”. Εμείς τα θέλουμε όλα. Η ζωή είναι λίγη, όχι χρονικά λίγη, όσο ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι τόση μόνο, όσο για να ξυπνάει μέσα μας μια βαθειά, ακόρεστη δίψα. Ό,τι γευόμαστε σε τούτη τη ζωή δεν είναι παρά αρμυρό νερό που μεγαλώνει τη δίψα μας για ένταση και διάρκεια. Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να αποδώσει ό,τι ίσαμε τούτη τη στιγμή έχουμε δοκιμάσει στη ζωή: Διψάμε. Ό,τι γευτήκαμε κι ό,τι γευόμαστε είναι λίγο, ασήμαντο, μηδαμινό, μπροστά σ’ αυτό που διψάμε. Κι η δίψα αυτή είναι η πιο βασανιστική, το πιο φοβερό μαρτύριο. Οι στιγμές είναι ελάχιστες που η καρδιά ξεδιψάει για ζωή, το νερό κελαρύζει ελάχιστες στιγμές και μετά στερεύει κι η καρδιά μένει εκεί σκυμμένη καρτερώντας… πιο διψασμένη ύστερα απ’ αυτές τις στιγμές, πιο αχόρταστη, με τα χείλη ανοιχτά και ξεραμένα απ’ τη νοσταλγία.

Τι διψάμε; Διψάμε ένταση, διάρκεια, ποικιλία. Διψάμε το αδιάκοπα καινούργιο. Λαχταράμε τον ίλιγγο της πτώσης, της απροσμέτρητης πτώσης, αλλά και το φτερούγισμα της ανόδου. Κάθε τι ακραίο μας ηλεκτρίζει. Η γη είναι στενή, η ζωή φθαρμένη μέσα στα σχήματα. Ασφυκτιούμε μέσα στα δεσμά του τόπου, του χρόνου και των αισθήσεων. Μέσα μας υπάρχει ένας χώρος χωρίς έκταση, η ανάγκη για μια απόλυτη διάρκεια κι η λαχτάρα για μια χωρίς όρια απόλαυση.

Τα θέλουμε όλα, κι αυτό είναι το πιο βασανιστικό πάθος μεσ’ στη ζωή».


* * *


[Απόσπασμα από το “Εγώ μόνος και ο Θεός”, του βιβλίου “Πείνα και Δίψα” του Χρήστου Γιανναρά, σελ. 42-47]:


«[…] Μα δε σταμάτησα τη μεγάλη οδοιπορία μου ούτε στο δάσος ούτε στη θάλασσα ούτε στο μόχθο του ανθρώπου ούτε στον έρωτα που κάνει πάλι παρθένα τη ζωή. Γιατί παντού εκεί υπήρχε κάτι από την παρουσία του Θεού, μα εγώ Τον ζητούσα ολόκληρον. Και τράβηξα μακριά, πολύ μακριά, κι έμεινα πίσω όλα αυτά τα συναπαντήματα κι απόμεινα να περπατώ στην έρημο, σε μια ζωή που ήταν όλη μια έρημος. Γιατί ο Θεός δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο όταν απομένεις μονάχος. ¨όταν μέσα στην ερημιά του κόσμου ζήσεις τη δική σου γυμνή μοναχικότητα και την παρουσία του Θεού μόνο. Αυτός είναι ο κλήρος του κάθε ανθρώπου που ζητάει το Θεό πάνω στη γη. Γι’ αυτό και περπατώ αδιάκοπα στην κάθε μέρα, στην κάθε ώρα, χωρίς σταθμό κι ανάπαυλα. Μόνη η ηχώ των βημάτων μου με συντροφεύει στην ερημιά του κόσμου. Και μέσα σ’ αυτή την ερημιά, που είναι όλο γωνιές και όλο καμπές, καρτερώ το Θεό. Γιατί ξέρω πως υπάρχει, ξέρω πως με περιμένει εκεί που σβήνει ο δρόμος, σε μια γωνιά ή σ’ ένα λόφο. Αυτή η αναμονή είναι κιόλας μια γεύση του Θεού. Μέσα στον κόσμο υπάρχω εγώ μόνος, που περπατώ μέσ’ στην απέραντη ερημιά, κι ο Θεός που Τον ψηλαφώ να παραμονεύει εκεί που σβήνουν οι δρόμοι…

…Κι είναι η ατέλειωτη πορεία μου κι η απέραντη ερημιά κι η συντροφιά του Θεού ένα μεγάλο μαρτύριο και μια μεγάλη ανάπαυση».